Η Πριγκίπισσα της Σάσσωνος

στις Ελληνικές Μουσικές Γιορτές

 

>

 

Η αριστουργηματική οπερέττα του Σπύρου Σαμάρα

Την Παρασκευή 27 Μαΐου και στο πλαίσιο των Ελληνικών Μουσικών Εορτών 2016 ανέβηκε στο θέατρο Παλλάς η οπερέττα του Σπύρου Σαμάρα “Η Πριγκίπισσα της Σάσσωνος” μετά από περισσότερα από 60 χρόνια σιωπής. Η οπερέττα είχε ανέβει τελευταία φορά από την Εθνική Λυρική Σκηνή κατά την Θερινή Καλλιτεχνική Περίοδο του 1957 για 39 παραστάσεις στο θερινό θέατρο που διατηρούσε τότε η Ε.Λ.Σ. στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας.

 

Αν για κάτι είναι χαρακτηριστική η οπερέττα “Η Πριγκίπισσα της Σάσσωνος”, αυτό είναι - εκτός από την εμπνευσμένη μουσική της - ο κριτικός, και όχι μόνο σατιρικός, της χαρακτήρας απέναντι στο κομματοκρατικό ελληνικό πολιτικό σύστημα. Η υπόθεση της οπερέττας εκτυλίσσεται στο νησί Σάσσων, ένα μικρό ξερονήσι κοντά στην Κέρκυρα, το οποίο παραχωρήθηκε στην Αλβανία το 1914. Η σύνθεση της οπερέττας, όπως γνωρίζουμε από τα βιογραφικά στοιχεία του Σπύρου Σαμάρα, ολοκληρώθηκε το 1915 και παρουσιάστηκε στις 16 Ιανουαρίου 1915[1]. Επομένως, γράφτηκε συγχρόνως με τα ιστορικά γεγονότα. Το λιμπρέττο της οπερέττας έγραψαν ο Πολύβιος Δημητρακόπουλος και ο Νικόλαος Λάσκαρης, με τον οποίο συνεργαζόταν επίσης ο συνθέτης πλειάδας ελληνικών οπερεττών, ο Θεόφραστος Σακελλαρόπουλος.

 

Στην υπόθεση της οπερέττας, το νησί Σάσσων κατοικείται και είναι εξαγορασμένο από μια πλούσια Αμερικάνα, η οποία έχει μετατρέψει το νησί σε πριγκιπάτο. Όπως ακούμε από τα κουτσομπολιά μεταξύ κατοίκων του νησιού στην αρχή της οπερέττας, η Πριγκίπισσα Ντόλλυ διορίζει ως πρωθυπουργούς τους κατά καιρούς αγαπητικούς της. Χαρακτηριστικό δείγμα για το πόσο καλογραμμένο είναι το λιμπρέττο της οπερέττας είναι η γλώσσα που χρησιμοποιεί ο αστυνομικός του έργου, ο Σιροπέτι, ο οποίος μιλά χρησιμοποιώντας εκφράσεις της γλώσσας των κλεφταρματωλών και μετέπειτα ληστών («[...] μωρέ Παρασκευά [...]»[2], «[...] εγώ μωρέ...[...]»[3]), κάτι που αποτελεί ιδιαίτερο κοινωνικοπολιτικό στοιχείο της εποχής καθώς με την ίδρυση του ελληνικού κράτους και καθ' όλο το 19ο αιώνα, πολλοί κλέφτες και αρματωλοί - οι μετέπειτα ληστές – διορίστηκαν στα αστυνομικά σώματα του κράτους έτσι ώστε να αποθαρρυνθούν από τη ληστρική τους δραστηριότητα [4]. Παρότι ο αστυνομικός της οπερέττας είναι «σινιόρος», προέρχεται δηλαδή από την αστική τάξη, οι λιμπρεττίστες τον βάζουν να χρησιμοποιεί τη γλώσσα που θα χρησιμοποιούσαν οι σύγχρονοί του ληστές.

 

Στους μεταξύ τους διαλόγους της οπερέττας, οι κάτοικοι [Παρασκευάς, Μις Σαμπούκω, Χορός], εκφράζουν πως δεν είναι καθόλου ευχαριστημένοι με την κατάσταση κυριαρχίας του νησιού, δηλώνοντας ξανά και ξανά τη δυσαρέσκειά τους με αφορμή τους εορτασμούς που ετοιμάζονται για τη συμπλήρωση 5 χρόνων κυριαρχίας του νησιού από την Πριγκίπισσα, καθώς  ακόμη και οι εορτασμοί αυτοί δεν γίνονται με τη θέλησή τους, αλλά κατ' εντολήν της Πριγκίπισσας. Όταν όμως εκείνη και ο Πρωθυπουργός [Κράπφεν] ικανοποιούν ρουσφέτια στους κατοίκους, δίνοντάς τους για παράδειγμα μια διοικητική θέση της επιθυμίας τους ή μοιράζοντάς τους χρήματα, τότε οι κάτοικοι αλλάζουν στάση.

 

Η αλλαγή στις εξελίξεις έρχεται όταν το νησί απειλείται και πάλι από την εισβολή του αλβανικού στρατού. Καταλύτης των εξελίξεων είναι ο έρωτας. Στη διάρκεια των εορτασμών για τα 5 έτη διακυβέρνησης του νησιού από την Πριγκίπισσα Ντόλλυ, φθάνουν στο νησί δύο Ηπειρώτες [Βάγγος – Πέτρος], που έλκουν την προσοχή της Πριγκίπισσας και της δεσποινίδος της επί των τιμών, Μπέττυ, με την παλλικαρίσσια ομορφιά τους. Οι δύο Ηπειρώτες, που θεωρούνται ξένοι στο νησί, έχουν έρθει στη Σάσσωνα, γιατί ο ένας, ο Βάγγος, πληροφορήθηκε ότι οι Αλβανοί ετοιμάζουν επίθεση κατά του νησιού και σπεύδει κοντά στην Πριγκίπισσα μαζί με τα παλλικάρια του για να της εκθέσει τον κίνδυνο που την απειλεί και να προσφερθεί να την βοηθήσει. Με εξαιρετικά χαριτωμένο αλλά και κωμικό τρόπο εκφράζεται ο έρωτας του Βάγγου, ο οποίος κάθε φορά που αντικρίζει την πριγκίπισσα αναφωνεί: «Βάστα καρδιά μου, βάστα!»[5], χωρίς να ξέρει ότι και η Πριγκίπισσα τον έχει ερωτευθεί το ίδιο θερμά.

 

Όταν το νησί πληροφορείται την επικείμενη επίθεση των Αλβανών, η Πριγκίπισσα προσπαθεί να προετοιμάσει την κυβέρνησή της (πρωθυπουργό και υπουργούς) για μια νικηφόρα άμυνα. Στις στιγμές αυτές ο μέχρι πρότινος αγαπητικός της και Πρωθυπουργός [Κράπφεν] συμπεριφέρεται προδοτικά προς το νησί επικαλούμενος πως ο ρόλος ο δικός του καθώς και των υπουργών είναι να ενδιαφέρονται για την υψηλή πολιτική και όχι για εξωτερικές απειλές:

 

«Κράπφεν:

Υψηλοτάτη... ο ιδικός μας νους

σκέπτεται μόνον για την υψηλήν πολιτικήν!

Πού να σκεφθεί τους Αλβανούς

που είναι δυο βήματα παρά κει».

 

Οι Υπουργοί:

Η υψηλή πολιτική! Η υψηλή πολιτική!»[6]

 

Η Πριγκίπισσα διαλύει την κυβέρνηση και καλεί τα παλλικάρια του Βάγγου να συμβάλουν στην υπεράσπιση του νησιού. Ο Παρασκευάς, ένας από τους κατοίκους που εν τω μεταξύ είχε διοριστεί αστυνομικός μέσω ρουσφετιού, αναγγέλλει την κατατρόπωση του αλβανικού ιππικού από τον στρατό της Σάσσωνος. Το έργο κλείνει με την Πριγκίπισσα να ευγνωμονεί τον Βάγγο, που παρότι ξένος συμπεριφέρθηκε με πατριωτικό συναίσθημα προς τη Σάσσωνα αλλά και την αρχόντισσά της, ενώ του εκφράζει ταυτόχρονα τα ερωτικά της συναισθήματα. Η Πριγκίπισσα Ντόλλυ και η δεσποινίς επί των τιμών, Μπέττυ, φεύγουν τελικά με τους δύο αγαπημένους τους στα βουνά της Ηπείρου, από τα οποία κατάγονται οι δύο «ξένοι», για να ζήσουν εκεί τον έρωτά τους μακριά από τα εγκόσμια.

 

Διανομή

Ντόλλυ: Σοφία Κυανίδου

Μπέττυ: Λητώ Μεσσήνη

 

Καπετάν Βάγγος: Βαγγέλης Χατζησίμος

 

Πέτρος: Χάρης Ανδριανός

Παρασκευάς: Δημήτρης Πακσόγλου

Μις Σαμπούκω: Μαρία Βλαχοπούλου

Σινιόρ Σιροπέτι: Δημήτρης Σιγαλός

Δον Αλόνζο: Μιχάλης Ψύρρας

Φον Κράπφεν: Κώστας Ντότσικας

Φωνή Γυναίκας: Φλώρα Τζίνη

4 Υπουργοί: Από τη Χορωδία

 

Μικτή Χορωδία του Δήμου Αθηναίων

Συμφωνική Ορχήστρα του Δήμου Αθηναίων

 

Αποκατάσταση και επιμέλεια μουσικού υλικού: Ιωάννης Τσελίκας, Κέντρο Ελληνικής Μουσικής

Μουσική προετοιμασία: Μιχάλης Παπαπέτρου

Διδασκαλία Χορωδίας: Σταύρος Μπερής

Μουσική Διεύθυνση: Ανδρέας Τσελίκας

Δραματουργία: Αλέξανδρος Ευκλείδης

 

Ακολουθεί η σύντομη βιογραφία του Σπύρου Σαμάρα καθώς και η υπόθεση της “Πριγκίπισσας της Σάσσωνος”, όπως υπάρχουν στο πρόγραμμα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής για το ανέβασμα της οπερέττας το 1957.

 

 

ΣΠΥΡΟΣ ΣΑΜΑΡΑΣ  [7]

 

Ο Σπύρος Σαμάρας γεννήθηκε στην Κέρκυρα στις 17 Νοεμβρίου 1863. Την πρώτη του μουσική μόρφωσι στα παιδικά του χρόνια πήρε στην Αθήνα από τον Ιταλό μουσικό Στανκαπιάνο που είναι ο πρώτος που διέκρινε τη μεγάλη μεγαλοφυΐα του Σαμάρα και προφήτευσε το ευρύ του μέλλον.

Από την Αθήνα ο Σαμάρας πήγε στα 1882 στο Παρίσι όπου εδιδάχθη επί δύο χρόνια τη σύνθεσι από τον Leon Delibes (συνθέτη της Lakme).

 

Από το Παρίσι ύστερα πήγε στο Μιλάνο όπου έμεινε πολλά χρόνια και ύστερα στη Γαλλία και στην Ιταλία όπου εμορφώθη και ετελειοποιήθη μουσικώς. Είναι φυσικό ως εκ τούτου να έχει επηρεασθή από το πνεύμα των δύο σχολών, της γαλλικής και της ιταλικής. Και αληθινά γαλλική, χάρις αφ' ενός και λεπτότατης εμπνεύσεως, τεχνική επεξεργασία της ορχήστρας, την οποία διακρίνει πάντοτε ισορροπία και μετριοπάθεια στη χρήσι των χρωμάτων της, διαύγεια και ειλικρίνεια αφ' ετέρου στη μελωδία και ισχυρό δραματικό αίσθημα, ιδιότης η τελευταία της ιταλικής σχολής, να τι εν αρμονικώ συνδυασμώ, διακρίνει πάντα τη μούσα του Κερκυραίου μουσουργού. Πριν φύγει από την Αθήνα για το Παρίσι ο Σαμάρας συνέθεσε στα 1877, δηλαδή εις ηλικίαν μόλις 14 ετών μιαν θρηνωδίαν με το τίτλο “Μελαγχολικαί σκέψεις” επί τω θανάτω του λοχαγού Βούρβαχη, φονευθέντος σε μονομαχία από τον Αντώνιο Δοκόν. Επίσης συνέθεσε μία σονάτα για βιολί και πιάνο και το «Ave Maria» εις το οποίο φαίνεται η συνθετική του δεξιότις.

 

Στο Παρίσι, μαθητής ακόμη, έδωσε σε συναυλία την σονάτα και το Ave Maria και τον συνώδευσεν ο μέγας φιλέλλην Marquis de Saint Hhilaire με το τετράχορδο ενώ ο Έλλην οξύφωνος Κρητικός έψαλλε την προσευχή της συνθέσεως. Τόσο μεγάλη υπήρξεν η επιτυχία των δύο τούτων έργων, ώστε αμέσως και ομοφώνως ο νεαρός Σαμάρας μέλος της «Ακαδημαϊκής Εταιρείας των τέκνων του Απόλλωνος» αριθμούσης το 147ον έτος από της ιδρύσεώς της και τους διασημοτέρους μουσικούς μεταξύ των εταίρων της. Κατόπιν συνέθεσε τέσσερα περιπαθή συνθέματα επιγραφόμενα Ανατολικά κομμάτια τα οποία αγόρασε και εξέδωσεν ο περίφημος μουσικός οίκος «Ricordi» του Μιλάνου.

 

Συγχρόνως συνέθεσεν την περίφημη «Chitarrata» σύνθεσι για δέκα κιθάρες, ισάριθμα μανδολίνα και ολόκληρη ορχήστρα η οποία εκτελεσθείσα στο «Troccadero» εσημείωσε θρίαμβο. Στη συναυλία παρίστατο ο Gounod ο οποίος ενώπιον χιλιάδων ακροατών ενηγκαλίσθη τον εικοσαετή τότε Σαμάρα και τον συνεχάρη θερμά.

 

Στα 1886 ο Σαμάρας έδωσε την πρώτη του όπερα «Flora Mirabilis» η οποία ανεβιβάσθη στο θέατρον Carcano του Μιλάνου και υπήρξε μια αληθινή αποκάλυψις στον μουσικό κόσμο, εχαιρετίσθη δε με ακράτητο ενθουσιασμό από την κριτική της εποχής. Μετά τον θρίαμβο της Flora Mirabilis ο Σαμάρας συνέθεσε την όπερα Medje τω 1888.

 

Μετά την Medje έγραψε τω 1891 την τρίτη του όπερα Lionella μέσα στην οποία υπάρχει η θαυμασίας εμπνεύσεως ρομάντζα που μετά από ένα χρόνο επήρε ως λέγεται ο Leon Kavalo και την έβαλε στους «Παληάτσους» στο γνωστό Ridi Palliacco.

 

Στα 1899 παρουσίασε την Martyre που παρεστάθη στα εγκαίνια του «Teatro Liric Internale» του Μιλάνου και σε πολλά θέατρα της Ιταλίας με εξαιρετική επιτυχία.

 

Μετά την Martyre στα 1903 συνέθεσε την «Storia d' Amore» που κι αυτή εκρίθη απ' όλους ως έργο ισχυράς και όλως πρωτοτύπου εμπνεύσεως. Την επιτυχία της επηκολούθησε σε λίγο και η της «Melle de Belie Isle», η οποία αφού έκαμε μ' επιτυχία τον γύρο των Ιταλικών θεάτρων, παρεστάθη ύστερα στο Παρίσι.

 

Στα 1908 έγραψε επί στίχων του Paul Millet την «Pean» που εδόθη με εξαιρετικό θρίαμβο από σκηνής  του θεάτρου Verdi της Φλωρεντίας πρώτον και κατόπιν στη Ρώμη, Μιλάνο κ.λ.π και τελευταίον στο Κάϊρον και στην Αθήνα στο 1910.

 

Στα 1896 συνέθεσε τον Ολυμπιακό Ύμνο επί ευκαιρία των πρώτων Ολυμπιακών Αγώνων, τον οποίον εξετέλεσε υπό τη διεύθυνσί του μπάντα με εκατό όργανα.

 

Τη παρακλήσει του Βασιλέως Γεωργίου του Α', ο Σαμάρας ήρθε στην Αθήνα για να διοργανώση το Δημοτικό Θέατρο σκοπεύων να μείνη μερικούς μήνες του έτους στην Αθήνα και να ξαναγυρίση στην Ιταλία.

 

Συνέθεσε και ανεβίβασε στα 1914, 1915 και 1916 τρεις όπερες κωμωδίες, «Πόλεμος εν Πολέμω», «Πριγκίπισσα της Σάσσωνος», και «Κρητικοπούλα» και τρία έργα αυτά επαίχθησαν με εξαιρετική επιτυχία στο Δημοτικό Θέατρο.

 

Συνέθεσεν επίσης τον «Ασπασμόν προς την Μητέρα Ελλάδα» επί στίχων του Βαλαωρίτη, εκτελεσθέντα στην Κέρκυρα στον εορτασμό της Ενώσεως της Επτανήσου, υπό την διεύθυνσί του.

 

Συνέθεσε στα 1914 εμπνευσθείς από τους νικηφόρους μας πολέμους του 1912 και 1913 το αριστούργημά του «Τα επινίκεια» επί στίχων του Δροσίνη, έργο για βαρύτονο και ορχήστρα το οποίο δεν επρόφθασε να δόση ο ίδιος. Αποκλεισθείς από τον Αο Παγκόσμιο πόλεμο στην Ελλάδα, συνέθεσε την τελευταία του όπερα Tiora την οποίαν άφησεν ημιτελή.

 

Ο Σπύρος Σαμάρας πέθανε την 25 Μαρτίου 1917.

 

 

Η ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ ΤΗΣ ΣΑΣΣΩΝΟΣ

 

ΥΠΟΘΕΣΙΣ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ  [8]

 

Σ' ένα μικρό ξερονήσι έξω από την Αυλώνα διαδραματίζεται η φανταστική υπόθεσις του έργου που συνέγραψαν οι Δημητρακόπουλος – Λάσκαρης και διασκεύασε ο Δημήτρης Γιαννουκάκης και τη μουσική του συνέθεσε ο αείμνηστος Σαμάρας. Σάσσων το όνομα του νησιού. Εκεί στην πλατεία που έχουν μαζευτεί οι ολιγάριθμοι κάτοικοί του και γιορτάζουν τα πέντε χρόνια που συμπληρώθηκαν από την ημέρα που η Πριγκίππισα Ντόλλυ ανέλαβε την διοίκηση του νησιού και το μετέβαλλε σ' ένα ιδιόρρυθμο πριγκιπάτο. Αλλά οι Νησιώτες μ' όλο που χαίρονται μια ζωή άνετη από τις πλουσιόδωρες προσφορές της πριγκίπισσάς των, δεν φαίνονται να 'ναι τόσο ευχαριστημένοι.

 

Το κουτσομπολιό οργιάζει και η ξένη κυριαρχία φαίνεται να προκαλεί πολλές αντιρρήσεις και συζητήσεις στους Νησιώτες. Έτσι μαθαίνουμε ότι η Πριγκίπισσα Ντόλλυ είναι μια ιδιόρρυθμη πλούσια Αμερικάνα που αγόρασε το νησί από τους Αλβανούς, πως ξοδεύει βέβαια τα λεπτά της αλλά μόνο για να ικανοποιεί τα τρελλά της γούστα και πως η Κυβέρνησή της είναι μια σπείρα καταχραστών και ηλιθίων που της κολακεύουν τις αδυναμίες της για να οργιάζουν εις βάρος της και στην εκμετάλλευση του νησιού.

 

Οι μεμψιμοιρίες αυτές έχουν φθάσει στ' αυτιά της πριγκίπισσας και τώρα, που συμπληρώνονται πέντε χρόνια της διοικήσεώς της, στέλνει τον Πρωθυπουργό της, τον Αυλάρχη και τη δεσποινίδα επί των τιμών να επιχειρήσουν μιαν έρευνα το τι σκέπτεται ο λαός για τη διοίκησή της. Έτσι μεταμφιεσμένοι σαν ξενοχωρίτες οι τρεις αξιωματούχοι της εμφανίζονται στους νησιώτες και η συγκομιδή των πληροφοριών είναι κάθε άλλο παρά κολακευτική γι' αυτούς τους ίδιους και για την πριγκίπισσα. Ευτυχώς όμως η άφιξις της πριγκίπισσας που μοιράζει λεφτά στον κάθε υπήκοό της και θεάματα πλούσια, εξ αφορμής της εορταστικής ημέρας, μεταβάλλει τη διάθεση του λαού που ενθουσιάζεται και υμνεί τώρα την ωραία και γοητευτική του αρχόντισσα. Μέσα στο πανηγύρι της χαράς δύο ξένοι Ηπειρώτες προκαλούν την προσοχή της Πριγκίπισσας και της ακολούθου της Μπέττυ. Είναι άγνωστοι χωρικοί αλλά λεβέντες και ωραίοι. Έχουν έλθει εδώ γιατί ο ένας, ο Βάγγος, είναι ερωτευμένος με την Πριγκίπισσα, όταν κάποτε τυχαίως την πρωτοαντίκρυσε και τώρα που  πληροφορήθηκε ότι οι Αλβανοί ετοιμάζουν επίθεση κατά του νησιού της, σπεύδει κοντά της μαζί με τα παλλικάρια του για να της εκθέσει τον κίνδυνο που την απειλεί, να την βοηθήσει και μαζί να της εκφράσει – αν μπορέσει – και τον έρωτά του.

 

Γύρω από τα δυο αυτά περιστατικά εξελίσσεται η πλοκή, που διανθίζεται με σειράν πολλών κωμικών και δραματικών επεισοδίων ως ότου όλα βαίνουν κατ' ευχήν και οι δυο πλούσιες Αρχοντοπούλες ακολουθούν τους εκλεκτούς της καρδιάς των, τους δυο ηπειρώτες, στα ψηλά βουνά της Πατρίδας των για να στήσουν εκεί το καλύβι της αγάπης των, μακριά από τις εγκόσμιες μικρότητες.

 

Παραπομπές

 

[1] Γ. Τσελίκας, «Η Κρητικοπούλα του Σπύρου Σαμάρα», Η Κρητικοπούλα, έντυπο πρόγραμμα καλλιτεχνικής περιόδου 2011-2012, Ιστορικό Αρχείο Ε.Λ.Σ.

 

[2] «Σπυρίδων Σαμάρας, Η Πριγκίπισσα της Σασσώνος», Ελληνικές Μουσικές Γιορτές 2016, Πρόγραμμα Εκδηλώσεων, Αθήνα, 2016, σ. 35.

 

[3] «Σπυρίδων Σαμάρας, Η Πριγκίπισσα της Σασσώνος», Ελληνικές Μουσικές Γιορτές 2016, Πρόγραμμα Εκδηλώσεων, Αθήνα, 2016, σ. 35.

 

[4] Ι. Σ. Κολιόπουλος, Η ΛΗΣΤΕΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ (19ος αι.) Περί λύχνων αφάς, εκδόσεις Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη, 2005

 

[5] «Σπυρίδων Σαμάρας, Η Πριγκίπισσα της Σασσώνος», Ελληνικές Μουσικές Γιορτές 2016, Πρόγραμμα Εκδηλώσεων, Αθήνα, 2016, σ. 43.

 

[6] «Σπυρίδων Σαμάρας, Η Πριγκίπισσα της Σασσώνος», Ελληνικές Μουσικές Γιορτές 2016, Πρόγραμμα Εκδηλώσεων, Αθήνα, 2016, σ. 57.

 

[7] Η Πριγκίπισσα της Σάσσωνος, έντυπο πρόγραμμα καλλιτεχνικής περιόδου 1956-1957, Ιστορικό Αρχείο Ε.Λ.Σ.

 

[8] Η Πριγκίπισσα της Σάσσωνος, έντυπο πρόγραμμα καλλιτεχνικής περιόδου 1956-1957, Ιστορικό Αρχείο Ε.Λ.Σ.

 

 

 

Vulva: Το περιοδικό σε ΜΙΑ σελίδα. Η σύγχρονη ελληνική δημιουργία

σε μόδα, φωτογραφία, θέατρο, μουσική, αρθρογραφία, ρεπορτάζ δρόμου.

....................................................................................................................................................................................

Vulva: The magazine in ONE page. Contemporary hellenic creation

in fashion, photography, theatre, music, design, articles, street reportage.