Ελεύθεροι συνειρμοί

από την Ισμήνη του Γιάννη Ρίτσου

>

Σκέψεις και συναισθήματα από ένα ποίημα και μια παράσταση...

 

Πασχαλινά επίκαιρη θα μπορούσε να είναι η ανάγνωση τόσο της τραγωδίας του Σοφοκλή «Αντιγόνη» όσο και του συμπληρωματικού της ποιήματος «Ισμήνη» του Γιάννη Ρίτσου.  Είναι η Αντιγόνη μια γυναίκα επαναστατική που υποστηρίζει με αυτοθυσία τους δικούς της ηθικούς κανόνες, πέραν του τρόπου που αυτοί υπαγορεύονται από τον νόμο και της την πολιτική εξουσία, ή μια γυναίκα τόσο προσηλωμένη στους ηθικούς κανόνες που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ως πρόδρομος της χριστιανικής θρησκείας, όπως ακούσαμε να λέγεται στη σκηνή του Πολυχώρου «Φούρνος» την παραμονή της Κυριακής των Βαΐων; Η «Ισμήνη» του Γιάννη Ρίτσου ανέβηκε στο θέατρο της οδού Μαυρομιχάλη των Εξαρχείων ως ένα έργο «αιρετικό», βασισμένο στον ήδη θεωρούμενο ως «αιρετικό» χαρακτήρα του ίδιου του ποιήματος. Σύμφωνα με την κυρίαρχη ερμηνεία του ποιήματος, ο ποιητής παρουσιάζει την αντιηρωίδα της σοφόκλειας τραγωδίας «Αντιγόνη» και πολλά από τα θέματα που αγγίζει η τραγωδία από τη δική της μεριά, με στόχο να απομυθοποιήσει τη μορφή της κεντρικής τραγικής ηρωίδας. Αρκεί η γενική αυτή ερμηνεία για να αποδώσει το νόημα ενός τόσο πολυδιάστατου ποιήματος; Ακόμη περισσότερο, αρκεί μια τέτοια γενική ερμηνεία για να αποτελέσει τη βάση ενός θεατρικού ανεβάσματος του ποιήματος; Μια τέτοια εκ του προφανούς προσέγγιση δεν είναι σαν να ερμηνεύουμε τον Ιησού με τον τρόπο που τον ερμήνευσε η εκκλησιαστική εξουσία, αυτή που εξαρχής ο ίδιος αποκήρυξε;

 

Στη σκηνή του θεάτρου «Φούρνος» είδαμε μια Ισμήνη μεταφερμένη στο σήμερα, διαμορφωμένη με το προφίλ που θα ανέμενε κανείς να έχει μια γυναίκα που προέρχεται από πλούσια οικογένεια που διαθέτει θέσεις εξουσίας. Μια γυναίκα σνομπ, να μιλάει και να κινεί το βλέμμα της αφ' υψηλού, να είναι ντυμένη και βαμμένη βαριά μέσα στο ίδιο της το σπίτι, να φοράει στολίδια που η ίδια έλεγε ότι την πνίγουν. Αυτή τη γυναίκα κληθήκαμε να ακούσουμε να μας αφηγείται τον πόνο της, πόνο που εκφραζόταν με ύστατη αφορμή την πεπερασμένη της ηλικία, αυτή τη γυναίκα κληθήκαμε να συμπονέσουμε παραμερίζοντας το αλαζονικό της ύφος, το οποίο η ίδια παρά την έκφραση του πόνου της διατηρούσε· ίσως να είχε γίνει και δεύτερη φύση της. Την γερασμένη αυτή και γεμάτη απωθημένα γυναίκα του σήμερα ακούσαμε όχι μόνο να απομυθοποιεί αλλά να αντιμετωπίζει ακόμη και με χαιρεκακία την αδελφή της, υποστηρίζοντας ότι η αδελφή της δεν είχε αξίες αλλά ήταν απλώς ηθικολόγος, πως δεν δεχόταν τη γυναικεία της φύση, πως δεν ήταν καλή μνηστή για τον Αίμονα, πως είχε ανδρικές ιδεοληψίες, ακούσαμε την Ισμήνη να υπαινίσσεται ακόμη και πως έτρεφε έναν ανεκπλήρωτο έρωτα για τον Αίμονα. Αυτού του είδους η ερμηνεία, όπως σκηνοθετήθηκε και αποδόθηκε, πέτυχε. Ως θεατής συλλάμβανες τον εαυτό σου να αισθάνεται πως πρέπει να βγάλει από μέσα του τον «καλό άνθρωπο» και να συμπονέσει την Ισμήνη, γιατί η Ισμήνη είναι τώρα γερασμένη, γιατί η Ισμήνη είναι τώρα απελπισμένη, γιατί η Ισμήνη τώρα κλαίει. Πρέπει να την ακούσεις. Και να την συμπαθήσεις. Ακόμη κι αν δεν μπορείς...

 

Αναρωτιόμουν στο δρόμο της επιστροφής αν το ίδιο το ποίημα του Γιάννη Ρίτσου αποπνέει την ίδια αίσθηση. Την αναγκαστική αποδοχή της Ισμήνης... Την αναγκαστική αποδοχή της σκληρής αλήθειας, που δεν είναι κακία, είναι αλήθεια, πρέπει να πειστείς ότι είναι αλήθεια, δεν είναι απλώς μια ακραία έκφραση ανταγωνισμού μεταξύ δύο αδελφών. Επιστρέφοντας άνοιξα τους στίχους του ποιήματος...

 

«[…]   Ποτέ της

 δεν ήταν  η αδελφή μου τόσο ωραία, όσο νεκρή? εγώ μόνη μου

της έβαψα έντονα  τα μάγουλα […]

της έβαψα τα χείλη βυσσινιά, και τα μάτια κατάμαυρα, τεράστια

με καμένο φελλό (ποτέ της δε βαφόταν). Της φόρεσα

πενταπλά περιδέραια να κρύψω το σημάδι του λαιμού της,

τα σκουλαρίκια εκείνα με τους δυο γυμνούς ερωτιδείς, δαχτυλίδια, βραχιόλια,

και μια φαρδειά, χρυσή πόρπη στη ζώνη της. Έτσι, βαμμένη, στολισμένη,

είχε αποκτήσει μια παράξενη ομοιότητα μ’ εμένα.

«Πώς μοιάζει της Ισμήνης», είπε σιγά ένα κορίτσι. Τώρα

είχε παραιτηθεί απ’ τις τρομερές της αποφάσεις, απ’ τους ηθικούς κανόνες,

απ’ όλες τις ανόητες αντρικές φιλοδοξίες και ιδεοληψίες. Πεθαμένη,

είχε γίνει επιτέλους γυναίκα […]»

 

Όταν ήμουν στο δεύτερο έτος του Πανεπιστημίου, στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Κρήτης, σε μία από τις παραδόσεις του μαθήματος που είχα πάρει για τον Καβάφη, συγκεκριμένα την ώρα που προσπαθήσαμε να ερμηνεύσουμε ένα ακόμη από τα ποιήματά του, θυμάμαι να πως  ένας από τους φοιτητές πήρε τον λόγο για να πει την εξής ιστορία που είχε ακούσει: “Μπήκε μια μέρα ο Σεφέρης τυχαία σε ένα αμφιθέατρο του Πανεπιστημίου Αθηνών και άκουσε να ερμηνεύεται ένα από τα ποιήματά του. Και είπε: «Όλα αυτά που λέγονται δεν έχουν καμία σχέση με την πρόθεσή μου όταν έγραφα το ποίημα»”. Αυτό, που αισθάνεται ο αναγνώστης όταν διαβάζει τους στίχους της «Ισμήνης», δεν έχει καμία σχέση με αυτό που αισθανόταν όταν έβλεπε την «Ισμήνη» στο θέατρο. Στους στίχους του Ρίτσου, αφήνεται η απαραίτητη ελευθερία που χρειάζεται για να υποθέσει κανείς εάν το νόημα των στίχων είναι η απομυθοποίηση της Αντιγόνης ή το ακριβώς αντίθετο, η ανάδειξη δηλαδή του πολυδιάστατου τιμήματος που έπρεπε να πληρώσει η Αντιγόνη για να είναι ο εαυτός της. Εδώ, οι στίχοι το λένε με σαφήνεια: Όταν η Αντιγόνη πέθανε, και δεν μπορούσε πια να αντιδράσει, η αδελφή της την έβαψε όπως εκείνη ήθελε, και όχι μόνο την έκανε να μοιάζει με εκείνη αλλά την έκανε και για πρώτη φορά... γυναίκα. Αυτό είναι γυναίκα. Αυτό που θεωρεί η Ισμήνη. Και κατ' επέκταση ο κοινωνικός περίγυρος. Δεν μπορεί να είναι αυτό που αισθανόταν η Αντιγόνη. Μια γυναίκα πρέπει να βάφεται, να ακολουθεί τους ηθικούς κανόνες της κοινωνίας και όχι τους δικούς της, να στολίζεται, να ασχολείται με τα «γυναικεία» πράγματα, και όχι τα «ανδρικά», όπως τη διεκδίκηση του δικαίου, γιατί αυτό είναι ιδεοληψία. Και αν δεν είναι ακριβώς έτσι η γυναίκα, τότε μπορεί ο καθένας να συμπεράνει αυθαίρετα πως δεν της αξίζει ο αρραβωνιαστικός της, πως δεν τον κάνει ευτυχισμένο, και ακόμη περισσότερο... πως αφού η μη-γυναίκα δεν τον κάνει ευτυχισμένο, δεν υπάρχει πρόβλημα να γουστάρει κάποια άλλη τον αρραβωνιαστικό της, ακόμη κι αν είναι η αδελφή της.

 

Το πρόβλημα λοιπόν του ποιήματος είναι πως η Αντιγόνη ήταν θρησκόληπτη και ηθικολόγος ή πως στην Αντιγόνη δεν επιτρεπόταν να είναι ο εαυτός της ακόμη και μετά θάνατον; Ένας από τους λόγους που η τραγωδία της Αντιγόνης ελκύει τόσο πολύ, είναι η αίσθηση πως η Αντιγόνη δεν λειτουργεί με βάση τους κανόνες αλλά με βάση το συναίσθημα, το πλούσιο συναίσθημα που έτρεφε για τον αδελφό της, αλλά και με βάση το αίσθημα του ανθρώπινου και όχι του νομικού δικαίου, που το χρησιμοποιεί πάντοτε η εξουσία όπως θέλει και  όπως την εξυπηρετεί, όπως ακριβώς δηλαδή κάνει ο Κρέων. Δεν θάβει τον πολεμιστή γιατί πήγε ενάντια σε εκείνον, άρα πρόδωσε την πόλη. Συνάγεται δηλαδή αυτόματα πως η εναντίωση στο συγκεκριμένο πρόσωπο εξουσίας, τον Κρέοντα εν προκειμένω, σημαίνει και προδοσία απέναντι στην πόλη-χώρα-πατρίδα. Μέσα σε αυτή την πολυεπίπεδη, πολυσήμαντη και συνάμα διαχρονική τραγωδία, η Αντιγόνη λειτουργεί όπως η σημερινή μάνα και αδελφή προς τον αυτόχειρα γιο ή αδελφό, αν η Εκκλησία με βάση τους κανόνες της αρνιόταν να τον κηδέψει. Μπορεί να κλείσει κανείς ένα τόσο κοινωνικοπολιτικά, προσωπικά και διαπροσωπικά πολυδιάστατο ποίημα σε μία και μόνη ερμηνεία, είτε πρόκειται για την «Αντιγόνη» είτε για την «Ισμήνη»;

 

Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι να διαφωνήσουμε εάν είναι σωστή η μία ή άλλη ή η παράλλη ερμηνεία. Δέκα άνθρωποι μπορεί να  διαβάσουν το ίδιο ποίημα και να καταλάβουν δέκα διαφορετικές αντίστοιχα εκδοχές. Αυτή είναι άλλωστε η μαγεία και η αξία της Τέχνης. Γι' αυτό και το ζητούμενο είναι η διαφύλαξη της θεμελιώδους ελευθερίας του δέκτη. Η διαφύλαξη πως την ελευθερία που απολαμβάνει κανείς διαβάζοντας ένα ποίημα, την ίδια ελευθερία θα πρέπει να απολαμβάνει και όταν βλέπει το ίδιο ποίημα ανεβασμένο στη σκηνή. Όπως κανένας ψυχοθεραπυτής/τρια δεν έχει δικαίωμα να εγκλωβίσει έναν/μία ψυχοθεραπευόμενο/η μέσα σε μια ψυχαναλυτική ερμηνεία στο όνομα οιασδήποτε αυθεντίας, αλλά να οδηγήσει τον/την ίδιο/α να βρει τον εαυτό του/της, αντίστοιχα κανένας φιλόλογος δεν έχει δικαίωμα να εγκλωβίσει κανένα λογοτεχνικό έργο μέσα σε μία και συγκεκριμένη ερμηνεία, και αντίστοιχα κανένας σκηνοθέτης δεν έχει δικαίωμα να υπαγορεύσει είτε άμεσα είτε έμμεσα στον/την θεατή αυτό που θα πρέπει ή δεν θα πρέπει να δει. Μόνο στη σύγχρονη θρησκεία η ερμηνεία των πηγών πίστης είναι απόλυτη και υπαγορευμένη, και ακόμη κι αυτό είναι πλέον ένα φαινόμενο ευρέως αμφισβητούμενο.

 

Την «Ισμήνη» δεν την ευχαριστήθηκα. Όταν επαναλειτούργησε για πρώτη φορά στη νεότερη ανθρώπινη ιστορία ένα από τα ανοιχτά αρχαία θέατρα, αυτό των Δελφών, στα πλαίσια των πρώτων Δελφικών Εορτών του 1927, διοργανωμένων από τον Άγγελο και την Εύα Σικελιανού, γραφόταν ξανά και ξανά στα σχετικά άρθρα με τις εντυπώσεις του κοινού και των επισκεπτών των Δελφών η απόλαυση της παρακολούθησης μιας παράστασης ακούγοντας τα πουλιά να τραγουδούν γύρω, ακούγοντας τους διάφορους ήχους του περιβάλλοντος και της φύσης -είτε ενοχλητικούς είτε ευχάριστους - ακούγοντας το θρόισμα των φύλλων. Σε ένα θέατρο, που όχι μόνο είναι κλειστό, αλλά  α π α γ ο ρ ε ύ ε τ α ι  να ακουστεί, όχι θόρυβος, αλλά ο οιοσδήποτε ήχος, απαγορεύεται να βήξεις, απαγορεύεται να κουνηθείς, απαγορεύεται να ακουστεί έστω για ένα λεπτό ο ήχος του κινητού σου εάν – σαν άνθρωπος – ξέχασες τη δόνηση ενεργοποιημένη, απαγορεύεται να ακουστεί έστω για ένα λεπτό ο ηλεκτρονικός ήχος που χρειάζεται για να απενεργοποιήσεις τον ήχο της φωτογραφικής μηχανής, που κατά λάθος επανενεργοποιήθηκε (είναι ο λόγος που τραβήχτηκαν μόνο αυτές οι φωτογραφίες για το άρθρο, και όχι περισσότερες), απαγορεύεται ο παραμικρός ανθρώπινος ή μη θόρυβος, σε έναν τόσο κλειστοφοβικό και ψυχαναγκαστικό χώρο, καταπιεστικό περισσότερο και από Εκκλησία, τι να ευχαριστηθεί κανείς; Και την ωραιότερη παράσταση να έχει την ευκαιρία να δει, δεν θα μπορέσει να την ευχαριστηθεί.

 

Πέραν αυτών, η Μαριάνθη Σοντάκη ήταν  έ ξ ο χ η  στην ερμηνεία που της ζητήθηκε να αποδώσει. Ε ξ α ί ρ ε τ η  χωρίς καμιά υπερβολή. Ο πιο δύσκολος ρόλος μπορεί να ήταν όμως τελικά αυτός του νεαρού άνδρα, ο οποίος σε όλη τη διάρκεια του έργου λειτούργησε σαν καθρέφτης που απορροφούσε και αντανακλούσε όλο το συναίσθημα που εξέφραζε η πρωταγωνίστρια. Η σύλληψη του σκηνικού χώρου από τον Δημήτρη Ντάσιο ταίριαζε όχι μόνο στην απόδοση του συγκεκριμένου ποιήματος, αλλά θύμιζε επίσης τους στίχους ενός άλλου ποιήματος του Γιάννη Ρίτσου, της ίδιας δημιουργικής του εποχής, αυτούς της «Σονάτας του Σεληνόφωτος». Τα ιδιαίτερα ενδυματολογικά στολίδια του σχεδιαστή, που είχαμε την ευκαιρία να απολαύσουμε αυτή τη φορά στη σκηνή, πετάχτηκαν τελικά στο πάτωμα. Τα ενδύματα και αξεσουάρ του Δημήτρη Ντάσιου δεν είναι γνωστά για τον αποπνικτικό τους χαρακτήρα. Η πρωταγωνίστρια όμως πνιγόταν...

 

 

Vulva: Το περιοδικό σε ΜΙΑ σελίδα. Η σύγχρονη ελληνική δημιουργία

σε μόδα, φωτογραφία, θέατρο, μουσική, αρθρογραφία, ρεπορτάζ δρόμου.

....................................................................................................................................................................................

Vulva: The magazine in ONE page. Contemporary hellenic creation

in fashion, photography, theatre, music, design, articles, street reportage.