>

Η Fior di Maria

ή Μαριάνθη του Παύλου Καρρέρ στις Ελληνικές Μουσικές Γιορτές

 

 Ανάμεσα στον Ρομαντισμό και τον Ρεαλισμό στο Βυζαντινό Μουσείο

Πλησιάζοντας στην είσοδο του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου, το βράδυ της 3ης Ιουνίου, ακούγονταν ήδη οι άριες που ερμηνεύονταν στο προαύλιο του Μουσείου, μπροστά από το Μέγαρο της Δουκίσσης Πλακεντίας. Στο ιδανικό σκηνικό του κήπου του Βυζαντινού Μουσείου, όπου αμέσως σαν έμπαινες μεταφερόσουν στην Ενετική Ευρώπη, σαν αυτή των Επτανήσων όπου μεγάλωσε ο Παύλος Καρρέρ, αναβίωσε μετά από περισσότερο από έναν αιώνα σε συναυλιακή μορφή η όπερα “Fior di Maria” [“Μαριάνθη”] του κορυφαίου Έλληνα συνθέτη του 19ου αιώνα, Παύλου Καρρέρ.

 

Με ατμόσφαιρα και χαρακτήρες που παραπέμπουν στους “Άθλιους” του Βίκτορος Ουγκώ, η όπερα “Fior di Maria” αποτέλεσε μια πραγματικά “θαρραλέα” όπερα της εποχής, με κεντρικούς ήρωες και χωροχρονική τοποθέτηση την σκοτεινή πλευρά του Παρισιού του 19ου αιώνα, την πλευρά του υποκόσμου και των χαμηλότερων κοινωνικών στρωμάτων που παρέπαιαν μεταξύ νομιμότητας και ανομίας. Η “Fior di Maria” βασίστηκε σε ένα από τα πιο δημοφιλή μυθιστορήματα του 19ου αιώνα “Les Mysteres de Paris” [“Τα μυστήρια ή απόκρυφα των Παρισίων”], με λιμπρέττο που προσάρμοσε ο Giovanni Caccialupi, ποιητής που έγραψε επίσης το λιμπρέττο της όπερας του Παύλου Καρρέρ, Μάρκος Μπότσαρης, η οποία παρουσιάστηκε σε συναυλιακή μορφή στον περσυνό 11ο κύκλο των Ελληνικών Μουσικών Εορτών. Το μυθιστόρημα “Les Mysteres de Paris” [“Τα μυστήρια των Παρισίων”] του Ευγένιου Σύη [Eugene Sue] δημοσιεύθηκε «με τη μορφή επιφυλλίδας σε συνέχειες στην παριζιάνικη εφημερίδα “Les journal des debats”, από τον Ιούνιο του 1942 έως τον Οκτώβριο του 1843»[1]. Τον επόμενο χρόνο δημοσιεύθηκε σε ενιαίο τόμο, ενώ το 1845 κυκλοφόρησε σε ελληνική μετάφραση από τον Σμυρναίο λόγιο Ιωάννη Ισιδωρίδη Σκυλίσση, ο οποίος μετέφρασε ευρηματικά και το όνομα της κεντρικής ηρωίδος “Fior de Maria” σε “Μαριάνθη”. Ο τίτλος της α' έκδοσης της ελληνικής μετάφρασης ήταν «Παρισίων Απόκρυφα, Σμύρνη, 1845»[2].

 

Όπως προκύπτει από τις ημερομηνίες, η συγγραφή των “Μυστηρίων των Παρισίων” προηγήθηκε αυτής των “Αθλίων” του Ουγκώ, που γράφτηκαν το 1862. Το δημοφιλέστατο μυθιστόρημα, του οποίου τη συνέχεια διάβαζε εναγωνίως καθημερινά το γαλλικό κοινό, γρήγορα λησμονήθηκε από την παγκόσμια φιλολογία, δημιούργησε όμως «λογοτεχνική μόδα»[3] στην εποχή του, «μόδα» της οποίας δεν αποκλείεται να είναι μέρος και οι πασίγνωστοι “Άθλιοι” του Β. Ουγκώ.

 

Με σκηνικό και χαρακτήρες, πολύ συνηθισμένους να εμφανίζονται σε οπερέττα και όχι σε όπερα, ο Καρρέρ τολμάει να εντάξει το κατώτερο κοινωνικά πλαίσιο στο σοβαρό λυρικό είδος της εποχής. Η κακόφημη ταβέρνα ως σκηνικό της πρώτης πράξης, η τραγουδίστρια του δρόμου ως κεντρική ηρωίδα, η υπόκοσμη φιγούρα του Σφάχτη ή Αντεροβγάλτη, ο μεταμφιεσμένος ευγενής σε περιπλανώμενο ζωγράφο που έχει σκοπό της ζωής του να βοηθά τους αναξιοπαθούντες, ο αποκριάτικος χορός, όλα είναι κοινωνικά στοιχεία και πλαίσια που κατεξοχήν συναντιούνται στο «ελαφρό» λυρικό είδος της οπερέττας και όχι στην όπερα. Ο Παύλος Καρρέρ μαζί με τον λιμπρεττίστα του, σπάζοντας τις οπερατικές συμβάσεις της εποχής, και όχι μόνο, δημιουργούν ένα σοβαρό μελόδραμα με σαφή και βαθύ κοινωνικό σχολιασμό.

 

Η διαφορετική αισθητική αντίληψη στην πραγμάτευση του θέματος αντικατοπτρίζεται, διαβάζουμε στη μελετήτρια του Παύλου Καρρέρ και λέκτορα Θεατρολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης, Αύρα Ξεπαπαδάκου, και στο πλάσιμο των χαρακτήρων. Στη “Fior di Maria” δεν έχουμε «τις συνήθεις ηρωικές οπερατικές μορφές, αλλά χαρακτήρες με προσωπικότητα και ιστορική ουσία»[4]. Ελάχιστες ήταν οι όπερες της εποχής που τόλμησαν μια τέτοια θεματολογική προσέγγιση, που να αγγίζει τα όρια της κοινωνικής καταγγελίας. Το μοναδικό γνωστό έργο της οπερατικής αυτής τάσης, που κινείται μεταξύ ρομαντισμού και ρεαλισμού, είναι η “Traviata” του Verdi που ανέβηκε λίγο νωρίτερα από τη “Μαριάνθη” το 1853. Δεκατέσσερα χρόνια αργότερα, ο Καρρέρ εμφανίζεται ακόμη πιο αντισυμβατικός, καθώς εξέρχεται του αστικού σαλονιού και τοποθετεί την όπερα σε ένα αδιανόητο για τα οπερατικά δεδομένα σκηνικό της εποχής, τον χώρο του υποκόσμου, των φτωχών και εξαθλιωμένων. Ο ριζοσπαστικός χαρακτήρας του έργου δεν διαφαίνεται μόνο στο σκηνικό και τους χαρακτήρες αλλά και στην ίδια την εξέλιξη, καθώς μέσω της καταγγελίας του Ροδόλφου προς τη μητέρα της Μαριάνθης πως την εγκατέλειψε μωρό χάριν ενός τίτλου ευγενείας, εκφράζεται στην πραγματικότητα μια ηθική καταγγελία για τις κοινωνικο-οικονομικές ανισότητες της εποχής απηχώντας διαχρονικό χαρακτήρα. Η “Fior di Maria” αποτελεί μία από τις όπερες που κατεξοχήν έστρωσαν το δρόμο για τον βερισμό. Επομένως, συμπεραίνει η Αύρα Ξεπαπαδάκου, η “Μαριάνθη” μάλλον συγγενεύει λιγότερο με την Βιολέττα Βαλερύ της Τραβιάτα και περισσότερο με την επίσης νεότερή της “Τζοκόντα”, «τη σαντέζα με το πικρό χαμόγελο»[5], από την ομώνυμη και προ-βεριστική όπερα του Amileare Ponchielli.

 

Η “Fior di Maria” ή “Μαριάνθη” ανέβηκε σε παγκόσμια πρώτη στο Θέατρο “San Giacomo” της Κέρκυρας τον Ιανουάριο του 1868. Μετά το πρώτο της ανέβασμα, η παρτιτούρα χάθηκε. Σώζεται μόνο το σπαρτίτο της με την εκδοχή της όπερας για πιάνο και φωνές στο Αρχείο Σπύρου Μοτσενίγου της Εθνικής Βιβλιοθήκης. Ο Βύρων Φιδετζής μας πληροφορεί[6] πως πριν φτάσει στο Αρχείο, το σπαρτίτο φυλασσόταν «ωσάν θησαυρός» από σημαντικούς Έλληνες μουσουργούς και συγκεκριμένα από τον μουσουργό Ανδρέα Νεζερίτη, ο οποίος το είχε κληρονομήσει από τον Δάσκαλό του και Πατέρα του Ελληνικού Μελοδράματος, Διονύσιο Λαυράγκα. Γύρω στο 1950 ο Α. Νεζερίτης το παρέδωσε στον Σ. Μοτσενίγο για το Αρχείο του και έτσι το σπαρτίτο φυλλάσσεται σήμερα στην Εθνική Βιβλιοθήκη.

 

Αυτή την εκδοχή της “Μαριάνθης”, την εκδοχή του σπαρτίτο της, ακούσαμε την περασμένη καλοκαιρινή βραδυά στον κήπο του Βυζαντινού Μουσείου, υπό τον ήχο του πιάνου και των φωνών των ταλαντούχων μονωδών που ανέλαβαν να ερμηνεύσουν συναυλιακά τους ρόλους της όπερας. Η διανομή των φωνών διαφέρει και εκείνη από τα οπερατικά στερεότυπα, παρατηρεί η Αύρα Ξεπαπαδάκου, η οποία γράφει αναλυτικά: «Δεν είναι τυχαίο ότι και η διανομή των φωνών διαφέρει από τη στερεότυπη οπερατική χαρακτηριολογία, δημιουργώντας αντιθετικά ή παραπληρωματικά ζεύγη: οι δύο πρωταγωνίστριες (θύμα και θύτης μοιράζονται τη φωνή της υψιφώνου (Μαριάνθη και Τσιβέτα), οι δύο οξύφωνοι υποδύονται ρόλους δευτεραγωνιστικούς (Ιάκωβος Φεράν και Τομ Σέιτον), ενώ οι δύο τραχείς ήρωες του περιθωρίου τραγουδούν στη σκοτεινή περιοχή του βαθυφώνου (Σφάχτης και Δάσκαλος). Τέλος, στους δύο πιο ενδιαφέροντες χαρακτήρες που εξελίσσονται μέσα από μεταστροφές και αντιφάσεις, έχει προσδώσει ο Καρρέρ μέσον ύφος και τονικό ύψος (ο Ροδόλφος βαρύτονος και η Σάρα μεσόφωνος)»[7].

 

Ο Βύρων Φιδετζής έχει πραγματοποιήσει νέα ενορχήστρωση της “Μαριάνθης”, σε μια προσπάθεια να ανακτηθεί η μουσική της παρότι η παρτιτούρα της ορχήστρας της είναι εξαφανισμένη. Η όπερα με τη νέα της ενορχήστρωση θα παρουσιαστεί σε παγκόσμια πρώτη εκτέλεση εν καιρώ. Αυτό που είναι πολύ ενδιαφέρον και για το οποίο μας πληροφορεί [8] ο αρχιμουσικός, είναι πως με βάση τη μελέτη του στο διασωθέν σπαρτίτο, διαπιστώνεται ως πολύ πιθανόν να είναι η εισαγωγή της “Fior di Maria” ταυτόσημη με την εισαγωγή της όπερας “Η Κυρά Φροσύνη”, επόμενης όπερας του Π. Καρρέρ που ανέβηκε το ίδιος έτος, στις 18 Νοεμβρίου 1868. Μοτίβα της εισαγωγής της “Κυρά Φροσύνης” εμφανίζονται κατά τη μουσική εκτύλιξη της “Μαριάνθης”, παρατηρεί ο Βύρων Φιδετζής. Δεν αποκλείεται λοιπόν μέσω της γνώσης της μιας όπερας, να διαθέτουμε και την μουσική της άλλης, ή έστω σημαντικό μέρος της μουσικής της, την ώρα που οι παρτιτούρες και των δύο έργων είναι εξαφανισμένες.

 

Ακολουθεί η Σύνοψη της” Fior di Maria / Μαριάνθης”, όπως την άντλησε η Αύρα Ξεπαπαδάκου από το λιμπρέττο της όπερας και παρατίθεται στην εργογραφία του Παύλου Καρρέρ στο ομώνυμο βιβλίο:

 

Σύνοψη [9]

 

1η Πράξη

 

Στη λαϊκή ταβέρνα «Το άσπρο κουνέλι» φτωχοντυμένοι πελάτες κάθονται στα τραπέζια και παραπονιούνται για τα βάσανα της ζωής τους. Ανάμεσά τους ένας παράξενος ξένος, ο Ροδόλφος, ένας αγριωπός άντρας που ακούει στο παρατσούκλι Σφάχτης και η Σαντέζα, μία νεαρή τραγουδίστρια του δρόμου. Ο Ροδόλφος, στην πραγματικότητα ένας ευγενής μεταμφιεσμένος που επιθυμεί να προσφέρει ανώνυμα βοήθεια στους αναξιοπαθούντες αυτού του κόσμου, αυτοπαρουσιάζεται: είναι ένας περιπλανώμενος τυχοδιώκτης ζωγράφος που γυρίζει από μέρος σε μέρος  και χαίρεται τη ζωή του. Οι θαμώνες παρακινούν τη Σαντέζα να τους πει την ιστορία της. Εκείνη αφηγείται ότι είναι παιδί άγνωστων γονιών και ότι τη μεγάλωσε μία αλλήθωρη, κακότροπη και τσιγκούνα γυναίκα, η Τσιβέτα (Κουκουβάγια). Την έβαζε να πουλάει κουλούρια στους δρόμους μέσα στο κρύο και, όταν μία μέρα πεινασμένη έφαγε ένα από αυτά, η Κουκουβάγια την τιμώρησε βγάζοντάς της ένα δόντι με μία τανάλια. Στα δεκαοκτώ της χρόνια αποδιωγμένη και μόνη, έχει αναγκαστεί  να εκδίδεται για να βγάζει το ψωμί της. Μένει σε ένα πανδοχείο, που όμως δεν μπορεί να πληρώσει. Ο Ροδόλφος λυπάται ακούγοντας την ιστορία της και ο Σφάχτης την παροτρύνει να πιει μαζί τους για να ξεχάσει τους καημούς της.

 

Εμφανίζεται ο Δάσκαλος, ένας σεσημασμένος κακοποιός, ακολουθούμενος από την Κουκουβάγια. Ψάχνουν την Σαντέζα. Εκείνη, μόλις τους βλέπει, προσπαθεί να κρυφτεί και ζητάει τη βοήθεια του Ροδόλφου. Ο Ροδόλφος σπεύδει να την προστατεύσει και δηλώνει ότι εφ' εξής είναι προστατευόμενή του και δεν επιτρέπει σε κανέναν να την πλησιάσει.  Ο Δάσκαλος τον βρίζει και τον απειλεί, ενώ η Κουκουβάγια ψιθυρίζει στη Σαντέζα ότι αν έρθει μαζί τους, θα της δώσει πληροφορίες για τους γονείς της που είναι πλούσιοι και ισχυροί.  Η κατάσταση είναι εκρηκτική. Ξαφνικά μπαίνει ένας έμπιστος του Ροδόλφου και του ψιθυρίζει κάτι στο αυτί.  Ο Ροδόλφος κατευθύνεται προς την πόρτα. Ο Δάσκαλος προσπαθεί να τον εμποδίσει, ενώ ταυτόχρονα ο Σφάχτης δραπετεύει με τη Σαντέζα.  Αίφνης, δύο μαυροντυμένες φιγούρες εμφανίζονται. Είναι δύο αδέρφια, ο Τομ και η Σάρα, που κυνηγούν τον Ροδόλφο. Με αγανάκτηση συνειδητοποιούν ότι ο Ροδόλφος έχει γίνει άφαντος.

 

2η Πράξη

 

Χορός μεταμφιεσμένων σε κήπο στο Παρίσι. Διάβολοι και Παλιάτσοι τραγουδούν και χορεύουν. Ο συμβολαιογράφος Ιάκωβος Φεράν, φορώντας μαύρο ντόμινο αναρωτιέται για την παράξενη πρόσκληση της κοντέσας και αναφέρεται σε κάποιο κοριτσάκι που θεωρείται νεκρό εδώ και είκοσι χρόνια. Ο Δάσκαλος εμφανίζεται μεταμφιεσμένος σε Ισπανό κακοποιό. Ο Φεράν τον ρωτάει για κάποια κοπέλα ονόματι Φιορ ντι Μαρία (Μαριάνθη). Ο Δάσκαλος τον πληροφορεί ότι η Μαριάνθη δουλεύει ως τραγουδίστρια  και έχει έναν καινούργιο προστάτη, τον Ροδόλφο, όμως τον διαβεβαιώνει ότι αυτό δεν θα τον εμποδίσει να την απαγάγει, αρκεί να πληρωθεί εδώ και τώρα. Ο Φεράν του δίνει την αμοιβή του και κανονίζουν τον τόπο συνάντησής τους για την επόμενη ημέρα.

 

Η Σάρα ανησυχεί γιατί ο Δάσκαλος και ο Φεράν έχουν καθυστερήσει στη συνάντησή τους. Μονολογώντας μας πληροφορεί ότι, όταν παντρεύτηκε από υπέρμετρη φιλοδοξία τον κόμη Μακ Γκρέγκορ, απέκρυψε το γεγονός ότι είχε μία κόρη με κάποιον άλλον άντρα, τον πρίγκιπα Ροδόλφο, μεγάλο δούκα του Γκέρολσταϊν. Τότε είχε αναθέσει στον έμπιστό της, τον διεφθαρμένο και παραδόπιστο συμβολαιογράφο Φεράν να φροντίσει για την εξαφάνιση του παιδιού.

 

3η Πράξη

 

Ο Ροδόλφος βρίσκεται στο αρχοντικό του όταν, τις πρώτες πρωινές ώρες, λαμβάνει μια επιστολή, στην οποία διαβάζει ότι κάποιος Ανσέλμ Ντυρενέλ (πρόκειται για τον Δάσκαλο) έχει πληρωθεί για να βρει κάποιο παιδί. Καλεί τον Σφάχτη και του αναθέτει να κυνηγήσει και να συλλάβει τον Δάσκαλο. Πιστός στις εντολές, ο Σφάχτης επιστρέφει με τον Δάσκαλο δεμένο χειροπόδαρα. Ο Ροδόλφος πιέζει τον κακοποιό να ομολογήσει την αλήθεια, λέγοντάς του ότι γνωρίζει πως αυτός είναι ο Ντυρενέλ. Ο Δάσκαλος ομολογεί ότι ένας αριστοκράτης είχε αναθέσει στην Κουκουβάγια να κλέψει την Μαριάνθη, δηλαδή τη Σαντέζα, όταν αυτή ήταν μικρή. Οι υπηρέτες του Ροδόλφου τον βασανίζουν και τον τυφλώνουν.

 

Ο Ροδόλφος και ο Σφάχτης πηγαίνουν να απελευθερώσουν τη Μαριάνθη που κρατείται σε ένα καταγώγιο. Ο Ροδόλφος της αποκαλύπτει ότι αυτή είναι η χαμένη κόρη του και ότι ο Δάσκαλος είχε κάνει τους πάντες να πιστέψουν ότι το κορίτσι ήταν πεθαμένο, για να κερδίσει χρήματα  από τον συμβολαιογράφο Φεράν ο οποίος είχε διαδραματίσει, μεσολαβώντας, καταλυτικό ρόλο στην όλη υπόθεση. Ο Ροδόλφος ζητά από τον Σφάχτη να παραδώσει  μία επιστολή στην κόμισσα Σάρα Μακ Γκρέγκορ, στην οποία της εξηγεί ότι βρήκε το χαμένο τους παιδί. Στη συνέχεια ο Ροδόλφος βρίσκει τη Μαριάνθη δεμένη πισθάγκωνα και αφού την απελευθερώνει, της αποκαλύπτει ότι είναι ο πατέρας της. Η Μαριάνθη λιποθυμάει στην αγκαλιά του.

 

Η Σάρα και ο Τομ καταφθάνουν αναστατωμένοι. Η Μαριάνθη είναι ακόμη λιπόθυμη όταν την αντικρίζει η μητέρα της. Η Σάρα ζητάει συγχώρεση από τον Ροδόλφο και τον εκλιπαρεί να την αφήσει να αγκαλιάσει την κόρη της. Εκείνος αρνείται, κατηγορώντας την ότι εγκατέλειψε άκαρδα το κορίτσι όταν ήταν μικρό μόνο και μόνο για να κερδίσει έναν τίτλο ευγενείας. Όταν η Μαριάνθη συνέρχεται καταλαβαίνει ότι η Σάρα είναι η μητέρα της αλλά ο Ροδόλφος δεν της επιτρέπει να την πλησιάσει. Ο Τομ και η εξουθενωμένη σάρα αποχωρούν. Ο Ροδόλφος φεύγοντας με τη Μαριάνθη τής ζητάει να ζήσουν μαζί.

 

4η Πράξη

 

Στο παλάτι της κόμισσας Σάρα Μακ Γκρέγκορ. Η Σάρα, φανερά καταβεβλημένη, ομολογεί  ότι είναι βαριά άρρωστη. Ο Τομ ανησυχεί για την υγεία της. Εκείνη ανυπομονεί να δει τον Ροδόλφο και τη Μαριάνθη. Όταν εκείνος έρχεται είναι αμετάπειστος στα παρακάλια της. Η Μαριάνθη βρίσκεται σε μια άλλη αίθουσα με τον Σφάχτη και αναρωτιέται γιατί έπρεπε να περιμένει τόσα χρόνια για να γίνει ευτυχισμένη. Όταν τελικά ο Ροδόλφος επιτρέπει στη Σάρα να δει την κόρη της, οι δύο γυναίκες αγκαλιάζονται και η μητέρα πεθαίνει ευτυχισμένη στην αγκαλιά της Μαριάνθης.

 

Διανομή

 

Σοφία Κυανίδου (Μαριάνθη ή Σαντέζα)

Άννα Στυλιανάκη (Σάρα Μακ Γκρέγκορ)

Δημήτρης Σιγαλός (Ιάκωβος Φεράντ, συμβολαιογράφος)

Γιάννης Καλύβας (Τομ Σέιτον, αδελφός της Σάρας)

Διονύσης Σούρμπης (Ροδόλφος, δούκας του Γκέρολσταϊν)

Τίμος Σιρλαντζής (Αντεροβγάλτης [Σφάχτης], διαβόητος κακοποιός)

 

Χορωδία του Τμήματος Μουσικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών, σε διδασκαλία Νίκου Μαλιάρα

Γυναικεία Χορωδία “Opus femina” του ΚΕ.Π.Α.Π. Δήμου Κορινθίων, σε διδασκαλία Φάλιας Παπαγιαννοπούλου

 

Μουσική διδασκαλία και εκτέλεση στο πιάνο: Δημήτρης Γιάκας

Συντονισμός: Βύρων Φιδετζής

 

 

Παραπομπές

 

[1] Α. Ξεπαπαδάκου, «Fior di Maria overo I misteri di Parigi [Μαριάνθη ή Τα μυστήρια των Παρισίων]», Παύλος Καρρέρ, Fagotto Books, Αθήνα, 2013, σ. 305.

 

[2] Β. Φιδετζής, «Το Fior di Maria ή Η Μαριάνθη του Παύλου Καρρέρ», Ελληνικές Μουσικές Γιορτές 2016, Πρόγραμμα Εκδηλώσεων, Αθήνα, 2016, σ. 72.

 

[3] Α. Ξεπαπαδάκου, «Fior di Maria overo I misteri di Parigi [Μαριάνθη ή Τα μυστήρια των Παρισίων]», Παύλος Καρρέρ, Fagotto Books, Αθήνα, 2013, σ. 305.

 

[4] Α. Ξεπαπαδάκου, «Fior di Maria overo I misteri di Parigi [Μαριάνθη ή Τα μυστήρια των Παρισίων]», Παύλος Καρρέρ, Fagotto Books, Αθήνα, 2013, σ. 306.

 

[5] Α. Ξεπαπαδάκου, «Fior di Maria overo I misteri di Parigi [Μαριάνθη ή Τα μυστήρια των Παρισίων]», Παύλος Καρρέρ, Fagotto Books, Αθήνα, 2013, σ. 308.

 

[6] Β. Φιδετζής, «Το Fior di Maria ή Η Μαριάνθη του Παύλου Καρρέρ», Ελληνικές Μουσικές Γιορτές 2016, Πρόγραμμα Εκδηλώσεων, Αθήνα, 2016, σ. 71.

 

[7] Α. Ξεπαπαδάκου, «Fior di Maria overo I misteri di Parigi [Μαριάνθη ή Τα μυστήρια των Παρισίων]», Παύλος Καρρέρ, Fagotto Books, Αθήνα, 2013, σ. 307.

 

[8] Β. Φιδετζής, «Το Fior di Maria ή Η Μαριάνθη του Παύλου Καρρέρ», Ελληνικές Μουσικές Γιορτές 2016, Πρόγραμμα Εκδηλώσεων, Αθήνα, 2016, σ. 72.

 

[9] Α. Ξεπαπαδάκου, «Fior di Maria overo I misteri di Parigi [Μαριάνθη ή Τα μυστήρια των Παρισίων]», Παύλος Καρρέρ, Fagotto Books, Αθήνα, 2013, σσ. 302-305.

 

 

Vulva: Το περιοδικό σε ΜΙΑ σελίδα. Η σύγχρονη ελληνική δημιουργία

σε μόδα, φωτογραφία, θέατρο, μουσική, αρθρογραφία, ρεπορτάζ δρόμου.

....................................................................................................................................................................................

Vulva: The magazine in ONE page. Contemporary hellenic creation

in fashion, photography, theatre, music, design, articles, street reportage.