Συνέδριο

Ελλάδα

και Όπερα

Η ημέρα που παρακολουθήσαμε

 

>

Στο πλαίσιο των  12ων  Ελληνικών Μουσικών Γιορτών

Η τρίτη ημέρα του Συνεδρίου “Ελλάδα και Όπερα”, που διοργανώθηκε στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο στα πλαίσια των 12ων Ελληνικών Μουσικών Γιορτών, συμπεριλάμβανε στο πρόγραμμά της εξίσου ενδιαφέρουσες διαλέξεις με αυτές των προηγούμενων ημερών, διαλέξεις που αναφέρονταν τόσο στο παρελθόν όσο και στο μέλλον της Όπερας στην Ελλάδα.

 

Η τρίτη ημέρα ξεκίνησε με την όγδοη κατά σειρά συνεδρία, στην οποία πραγματοποιήθηκαν οι διαλέξεις σημαντικότατων μουσουργών. Ο Χάρης Βρόντος, δημιουργός της όπερας “Οι Δαιμονισμένοι”[1], που βασίστηκε στο ομώνυμο έργο του Φιοντόρ Μιχαήλοβιτς Ντοστογιέφσκυ  αποτυπώνοντας τις κοινωνικοπολιτικές ανησυχίες του συνθέτη, και παρουσιάστηκε από την Εθνική Λυρική Σκηνή την Καλλιτεχνική Περίοδο 2000-2001, έδωσε διάλεξη σχετικά με την όπερα τσέπης με τίτλο: “Όπερα Τσέπης, όπερα δωματίου, opera povera; Πώς να την πεις;” Ακόλουθα, ο Φίλιππος Τσαλαχούρης, δημιουργός της όπερας δωματίου “Απιστία ή Το Χάρτινο Φεγγάρι”[2] που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά από την Πειραματική Σκηνή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής την Καλλιτεχνική Περίοδο 2005-2006, έδωσε διάλεξη για τη συνθετική διεργασία με τίτλο: “Ευθύνη του συνθέτη: από την ιδέα στο λιμπρέτο, από το λιμπρέτο στην παράσταση”. Ακόλουθα, ο Ιωσήφ Βαλέτ έδωσε διάλεξη για τη σχέση όπερας και ψυχανάλυσης με τίτλο: “Ο Φρόυντ για εκείνη - Συμμετρίες πάνω σ' ένα ψυχαναλυτικό λιμπρέτο”.

 

Η ένατη συνεδρία ξεκίνησε με τη διάλεξη του Καλλιτεχνικού Διευθυντή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, Μύρωνα Μιχαηλίδη. Η διάλεξή του είχε ως θέμα το άνοιγμα της όπερας στο κοινωνικό σύνολο φέροντας ως τίτλο: “Όπερα για όλους ? η πρόκληση της Εθνικής Λυρικής Σκηνής”. Ακολούθως, ο Νίκος Δοντάς, ο κριτικός και μελετητής του οποίου το όνομα θα βρει κανείς στην υπογραφή των κειμένων παρουσίασης πολλών από τις όπερες των σημαντικότερων Ελλήνων συνθετών, επιχείρησε μια συνοπτική προσέγγιση της ελληνικής όπερας και οπερέτας στη διάλεξη με τίτλο: “Όπερες και οπερέτες Ελλήνων συνθετών στην Εθνική Λυρική Σκηνή – μια πρώτη προσέγγιση”. Στην συνέχεια, ο Πάρις Μέξης, σκηνοθέτης, σκηνογράφος, συγγραφέας, creative director και παιδαγωγός, έδωσε την διάλεξη με θέμα: “«Σε γνωρίζω από την όψη»: Παρατηρήσεις και προβληματισμοί γύρω από την όψη των ελληνικών παραγωγών όπερας.”,  κλείνοντας έτσι την ένατη συνεδρία.

 

Εμείς παρακολουθήσαμε την δέκατη και τελική συνεδρία, η οποία αφιερώθηκε σε διαλέξεις για τέσσερις ελληνικές όπερες, ξεχωριστές η καθεμιά για τον δικό της λόγο. Θα τις δούμε όλες μία προς μία:

 

Η Ζεμφύρα – του Πέτρου Πετρίδη

 

Η δέκατη συνεδρία ξεκίνησε με τη διάλεξη του Πεφάνη Λαμπρογιάννη για την όπερα “Ζεμφύρα” του Πέτρου Πετρίδη, της οποίας το Πρελούδιο ακούσαμε σε συναυλιακή μορφή στα πλαίσια των φετινών Ελληνικών Μουσικών Γιορτών στις 16 Μαΐου. Η συνολική όπερα είναι ακόμη άπαικτη, και ο εισηγητής μας μίλησε τόσο γι' αυτό όσο και συνολικά για την όπερα. Η όπερα “Ζεμφύρα” ξεκίνησε να γράφεται το 1922 και η συγγραφή της ολοκληρώθηκε το 1931. Σε επιστολή, που έχει βρεθεί, ο Πέτρος Πετρίδης κοστολογεί την όπερα στις 300.000 με 350.000 δραχμές και γράφει πως το κόστος παραγωγής της “Ζεμφύρας” είναι υπέρογκο και πως μόνο το Κράτος θα μπορούσε να την ανεβάσει. Ακόλουθα, ο Πετρίδης έκανε πολλές προσπάθειες για την πραγματοποίησης της παγκόσμιας πρώτης της όπερας, μέχρι σήμερα όμως δεν έχει γίνει.

 

Βασικό μουσικό χαρακτηριστικό της “Ζεμφύρας” είναι η δημοτικοφάνειά της. Ο Πετρίδης χρησιμοποιούσε τους αρχαιοελληνικούς τρόπους σύνθεσης όπως και ο Λαμπελέτ. Στη συγκεκριμένη όπερα, χρησιμοποίησε τους βυζαντινούς τρόπους προσπαθώντας μέσω αυτών να ενώσει τα δύο μουσικά συστήματα του λαϊκού δημοτικού τραγουδιού και του αρχαιοελληνικού. Στο σημείο αυτό, σημαντικό είναι να σημειώσουμε πως ανάλογη προσπάθεια αξιοποίησης της βυζαντινής μουσικής είχε κάνει και η Εύα Σικελιανού για τις τραγωδίες που δίδαξε στις Δελφικές Γιορτές του 1927 (“Προμηθεύς Δεσμώτης”) και του 1930 (“Προμηθεύς Δεσμώτης” και “Ικέτιδες”). Η κ. Σικελιανού, σύζυγος του ποιητή και εμπνευστή των Δελφικών Γιορτών, Άγγελου Σικελιανού, ανέθεσε στον κ. Ψάχο να συνθέσει τη μουσική για τα χορικά των τραγωδιών, βασιζόμενος στο βυζαντινό μέλος, ενώ η ίδια συνέθεσε τις χορογραφίες του χορού συνδέοντας τις παραστάσεις των αρχαίων ελληνικών αγγείων με τους δημοτικούς χορούς. Το κοινό, που δεν ήταν μόνο εγχώριο αλλά διεθνές, μαγεύτηκε τόσο στις Δελφικές Γιορτές του 1927 όσο και του 1930.

 

Η σύνθεση της όπερας “Ζεμφύρα” αναθεωρήθηκε  για να φτάσει στην τελική της μορφή το 1961. Είναι το μοναδικό μεγάλο έργο του Πέτρου Πετρίδη που δεν έχει παρουσιαστεί ποτέ στο κοινό.

 

Η Λεστενίτσα – του Γεωργίου Σκλάβου

 

Για την όπερα “Λεστενίτσα” του Γεωργίου Σκλάβου μίλησε ο  Αλέξανδρος Χαρκιολάκης, μέλος του διδακτικού προσωπικού του Τεχνολογικού Πανεπιστημίου της Κωνσταντινούπολης [Istanbul Technical University].

 

Όπως μας αφηγήθηκε ο κ. Χαρκιολάκης, με την όπερα “Λεστενίτσα” αποφάσισε να ασχοληθεί όταν είχε δει τη παρτιτούρα της σε ένα ράφι του γραφείου του Άρη Γαρουφαλή πριν αρκετά χρόνια. Η ονομασία "Λεστενίτσα" πάντοτε του θύμιζε κάτι αλλά δεν μπορούσε ποτέ να εντοπίσει τι. Η απορία λύθηκε όταν τυχαία είδε ένα βράδυ την ταινία “Η Κυρά μας Η Μαμή” [1959], στη διάρκεια της οποίας αναφέρεται η περιοχή “Λεστινίτσα”. Ο εισηγητής έχει ψηφιοποιήσει το σπαρτίτο του έργου, το οποίο του παρέδωσε η κ. Κουρμπανά, υπεύθυνη του αρχείου του Ωδείου Αθηνών, η οποία βρισκόταν στο ακροατήριο του Συνεδρίου και για την οποία ο κ. Χαρκιολάκης δεν παρέλειψε να αναφέρει πως έχει βάλει σε αξιοζήλευτη τάξη το αρχείο του Ωδείου ευχόμενός της “Καλή Δύναμη!”.

 

Η Λεστενίτσα δεν είναι ούτε χωριό ούτε πόλη. Είναι ποτάμι του νομού Ηλείας, έχοντας δώσει έτσι το όνομά της στην περιοχή που αναφέρεται στην “Κυρά μας τη Μαμή”. Ο Γεώργιος Σκλάβος υπήρξε εμβληματική μορφή του Ωδείου Αθηνών, γι' αυτό και τα περισσότερα αρχεία του έργου του βρίσκονται εκεί. Η “Λεστενίτσα” παρουσιάστηκε για πρώτη φορά ως θεατρικό έργο το 1915 , ενώ αναφέρεται στο πρόγραμμα συναυλίας του Ωδείου Αθηνών της 27ης Μαρτίου 1926. Ως όπερα, ο κ. Χαρκιολάκης ανέφερε πως ανέβηκε για τουλάχιστον μία φορά από την Εθνική Λυρική Σκηνή με τη μία να ήταν σίγουρα  την καλλιτεχνική περίοδο 1946 – 1947, βάσει ενός ψηφιοποιημένου προγράμματος με ημερομηνία 14/03/1947.Όντως, η “Λεστενίτσα” ανέβηκε[3] από την Εθνική Λυρική Σκηνή την καλλιτεχνική περίοδο 1946 – 1947 και επαναλήφθηκε την περίοδο 1947 – 1948. Το πρόγραμμα στην ψηφιακή του μορφή ήταν διαθέσιμο για κάποιο διάστημα, όσο το ψηφιακό αρχείο της Ε.Λ.Σ. ήταν on-line. Αυτή τη στιγμή δεν είναι διαθέσιμο διαδικτυακά σε κοινό και ερευνητές, καθώς το ψηφιακό αρχείο της Ε.Λ.Σ. έχει κατέβει και επανασύσταται.

 

Ο Γεώργιος Σκλάβος ήταν Γενικός Διευθυντής της Εθνικής Λυρικής Σκηνής κατά την περίοδο 1946 – 1949. Στο πλαίσιο της άσκησης των καθηκόντων του, ο Αλέξανδρος Χαρκιολάκης παρέθεσε ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Απόστολου Κώστιου για τα 75 χρόνια της Ένωσης Ελλήνων Μουσουργών, στο οποίο αναφέρεται επιστολή διαμαρτυρίας του συνθέτη Ανδρέα Νεζερίτη προς τον Γεώργιο Σκλάβο πως δεν προχωρούσε στο ανέβασμα της όπεράς του “Ο Βασιλιάς Ανήλιαγος”, παρ' ότι είχε εγκριθεί για να συμπεριληφθεί στο πρόγραμμα της Ε.Λ.Σ. από το 1944. Στο πλευρό του συνέτρεξε ο Μανώλης Καλομοίρης, κατηγορώντας και εκείνος με επιστολή του τον Γεώργιο Σκλάβο πως παραβιάζει τον χαρακτήρα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, καθώς δεν ανεβάζει έργα Ελλήνων συνθετών πέραν των δικών του. Και έγραψε καταλήγοντας ο Μ. Καλομοίρης: «Την αδιαφορίαν ταύτην του κ. Σκλάβου, την πράγματι ασύγγνωστον θα την κρίνη και θα την καταδικάση η ιστορία της Ελληνικής μουσικής», Η όπερα “Ο Βασιλιάς Ανήλιαγος” ανέβηκε[4] τελικά από την Ε.Λ.Σ. την περίοδο 1947 – 1948, την ίδια χρονιά με το δεύτερο ανέβασμα της “Λεστενίτσας”. Επιτεύχθη τελικά το ανέβασμα της όπερας λόγω των διαμαρτυριών ή απλώς ο Γεώργιος Σκλάβος προόριζε το έργο για εκείνη την καλλιτεχνική περίοδο; Δεν θα το μάθουμε ποτέ. Αξίζει όμως να αναφερθεί πως ο Γ. Σκλάβος, στη διάρκεια της θητείας του Γενικού Διευθυντή της Ε.Λ.Σ., ανέβασε και την όπερα του Μανώλη Καλομοίρη “Ο Πρωτομάστορας” το 1948[5], η οποία μάλιστα ανέβαινε για τρίτη φορά από τον οργανισμό. Επομένως, κάποια εχθρική ή έστω ανταγωνιστική στάση του Γ. Σκλάβου προς τους υπόλοιπους συνθέτες δεν παρατηρείται τουλάχιστον από το εμπειρικό υλικό. Ο Γ. Σκλάβος βρέθηκε ξανά και αργότερα σε αντιμαχία με τον Μ. Καλομοίρη σχετικά με την ένταξη στην Εθνική Σχολή συνθετών που ο δεύτερος είχε κατονομάσει ως “μη Έλληνες”. Ο Γεώργιος Σκλάβος αποτελεί έναν από τους εκπροσώπους της διευρυμένης Εθνικής Σχολής, έχοντας αγωνιστεί αρκετά για αυτήν ακριβώς τη διεύρυνσή της. Παρατίθεται ενδεικτικά απόσπασμα σημειώματος του Γ. Σκλάβου για τον Σπύρο Σαμάρα με αφορμή το ανέβασμα της “Μάρτυρος” από την Ε.Λ.Σ., στο οποίο σχολιάζει τη στάση του Μ. Καλομοίρη – χωρίς να τον κατονομάζει - προς συνθέτες όπως ο Σπύρος Σαμάρας και ο Παύλος Καρρέρ.  Η όπερα “Η Μάρτυς” ανέβηκε για πρώτη φορά από την Ε.Λ.Σ. το 1962 ενώ είχε γραφτεί το 1894. Γράφει ο Γεώργιος Σκλάβος:

 

«Κατηγόρησαν τον Σαμάρα ότι δεν ήτο Έλλην, ότι δεν ησθάνετο ελληνικά, επειδή έγραψε τις όπερές του σε ιταλική γλώσσα και με ύφος ιταλικό. Αλλά τότε και ο Χάϊνδελ δεν είναι Γερμανός, ούτε ο Γκλουκ, ούτε ο Μότσαρτ, διότι και αυτοί έγραψαν στην ιταλική ή την γαλλική γλώσσα».

 

«Και μπορούν να μας πουν οι επικριταί και οι αρνηταί του Σαμάρα τι σκέπτονται σήμερα που ο

εθνικισμός στην μουσική ήρχισε να εγκαταλείπεται, όταν συνθέται όπως ο Στραβίνσκυ π.χ. που

ήσαν ως χθες οπαδοί του εθνικισμού, ξεχνούν τις δοξασίες που επρέσβευαν, για να διακηρύξουν ότι η μουσική είναι μία και αδιαίρετος, και ότι το ιδιαίτερο εθνικό χρώμα, στο οποίον κατέφυγαν

ωρισμένοι συνθέται, δεν ήτο τίποτε άλλο παρά απόδειξις στειρότητος;» [6]

 

Διέθετε λοιπόν ο Γ. Σκλάβος υπονομευτική στάση απέναντι σε άλλους Έλληνες συνθέτες, όπως έκανε και ο Μ. Καλομοίρης; Δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι. Η έρευνα στα σχετικά αρχεία μπορεί να μας διαφωτίσει ως προς αυτό. Αυτό όμως που όλα δείχνουν είναι πως, αν κοινωνικοπολιτικά χαρακτηρίζεται ως εμφυλιακή η αντιπαράθεση των «εθνιστών», των υποστηρικτών δηλαδή της ύπαρξης του εθνικού στοιχείου στα λυρικά έργα (που κατά τον 19ο αι. έως και τα μέσα του 20ού αιώνα αναφέρονταν και ως «εθνικιστές»), με τους «διεθνιστές», με όσους δηλαδή υποστήριζαν και υποστηρίζουν πως δεν χρειάζεται να ενυπάρχει το εθνικό στοιχείο στις μουσικές συνθέσεις, τότε θα μπορούσε να ειπωθεί πως στον ελληνικό λυρικό χώρο είχε ήδη εκτυλιχθεί ένας δευτερεύων εμφύλιος, μεταξύ των ίδιων των «εθνιστών» ως προς το τι “πρέπει” να οριστεί ως «εθνικό» και τι όχι.  Αυτός ακριβώς ο υποβόσκων εμφύλιος υπονόμευσε τελικά τη συνολική εξέλιξη και ανάδειξη της ελληνικής λυρικής μουσικής. Ας επιστρέψουμε τώρα στο συγκεκριμένο έργο...

 

Τα στοιχεία της “Λεστενίτσας” που την εντάσσουν στη διευρυμένη Εθνική Σχολή, όπως η τοποθέτηση του χωροχρονικού πλαισίου στην ελληνική ύπαιθρο, καθώς και το στοιχείο του πρωταγωνιστικού ρόλου του φυσικού στοιχείου όπως ενυπήρχε στην αρχαιοελληνική μυθολογία και συνεχίστηκε στη δημοτική παράδοση, την καθιστούν ένα από τα ελληνικά έργα όπερας που ξεχωρίζουν για το πολιτισμικό τους βάθος. Αποτελεί το πρώτο έργο από την τριλογία λυρικών δραμάτων του συνθέτη, με τις όπερες “Κασσιανή” και “Κρίνο στ' Ακρογιάλι” να αποτελούν τις συνέχειές της. Ο  Αλέξανδρος Χαρκιολάκης μας έδωσε επιπλέον στοιχεία της όπερας, όπως το όνομα της ηρωίδας, της Ρόης, που ενσαρκώνει την ίδια τη Λεστενίτσα, τη ροή δηλαδή του ποταμού.

 

Αν κάτι αναδείχθηκε από τη διάλεξη του κ. Χαρκιολάκη δεν ήταν μόνο η ενδελεχής προσέγγιση της οπερατικής ηθογραφίας της Λεστενίτσας, σύμφωνα με τον τίτλο της διάλεξής του, αλλά και η “μαγική” αίσθηση της διασταύρωσης των στοιχείων που προκύπτουν από την παράλληλη έρευνα των αρχείων διαφορετικών οργανισμών, όπως είναι το Ωδείο Αθηνών και η Εθνική Λυρική Σκηνή, καθώς και τον συνδυασμό τους με ντοκουμέντα μελετητών όπως ο Απόστολος Κώστιος. Μετά την εμπειρία της έρευνας στο Ιστορικό Αρχείο της Ε.Λ.Σ., με τη βοήθεια της εκεί «κ. Κουρμπανά», Μίνας Σουλάντζου, ήταν πραγματικά “μαγική” η αίσθηση να ακούω έναν άλλον ερευνητή να αφηγείται τη δική του διαδικασία “ανακάλυψης” των αρχείων που αναζητούσε στο Ωδείο Αθηνών. Χάριν της διασταύρωσης των δύο ερευνών παραθέτουμε τη σύνοψη[7] της υπόθεσης της Λεστενίτσας όπως αυτή βρίσκεται στα δύο προγράμματα της Ε.Λ.Σ. των καλλιτεχνικών περιόδων 1946-1947 και 1947-1948, γραμμένη - αν κρίνουμε από τις συνόψεις των δύο επόμενων έργων του “Κασσιανή” και “Κρίνο στ' Ακρογιάλι” - από τον ίδιο τον Γεώργιο Σκλάβο:

 

ΕΠΟΧΗ 1910 ΣΤΗΝ ΗΛΕΙΑ

 

ΛΕΣΤΕΝΙΤΣΑ

 

Η ΥΠΟΘΕΣΙΣ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ

 

Η «Λεστενίτσα», δράμα σε δυο εικόνες παίχθηκε δια πρώτην φοράν εις το θέατρον Μαρίκας Κοτοπούλη την 22αν Μαΐου 1915. Η πρώτη αυτή παράστασις είχε οργανωθεί από την Εταιρείαν των Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων. Έπαιξαν η μεγάλη μας Μαρίκα, ο Αιμ. Βεάκης, η κ. Φωτεινή Λούη και ο Ε. Ρούσσος. Αργότερα όταν το έργο παίχθηκε εις το Εθνικόν Θέατρον ως τιμητικήν της δδος Κοτσάλη μεταξύ των πρωταγωνιστών ήτο και ο Δ. Ροντήρης.

 

Η υπόθεσις του έργου που είναι τοποθετημένη γύρω στα 1910 έχει ως εξής.

 

Ο Λυκάκης, πλούσιος κτηματίας από τας Πάτρας που κατεστράφη, έχει καταφύγει με την κόρη του Ρόη σ' ένα σπίτι που βρίσκεται πλάϊ σ' ένα νερόμυλο, το τελευταίο κομμάτι που του απόμεινε από την κτηματική του περιουσία. Ο νερόμυλος αυτός κινείται από τη «Λεστενίτσα», ένα ποταμάκι που ρέει στην Ηλεία Τ' όνομα του ποταμιού αυτού -που φαίνεται άκακο κι είναι συνήθως γελαστό μα που, σε ώρες καταιγίδος, γίνεται επίφοβο παρασύροντας τα πάντα- ο Λυκάκης το μεταχειρίζεται συχνά για την κόρη του τη Ρόη. Η Ρόη είναι γελαστή και χαρούμενη. Μα ο Λυκάκης δεν έχει εμπιστοσύνη στη γυναικεία καλοσύνη επειδή τον εγκατέλειψε η γυναίκα του. Η Ρόη διαμαρτύρεται που ο πατέρας της τη φωνάζει «Λεστενίτσα», αφού μάλιστα ο σύζυγός της την αποκαλεί χαϊδευτικά «περιστεράκι με τον κλάδο της ελιάς».

 

Ο σύζυγος της Ρόης ο Στέφανος -Αθηναίος που ατύχησε σε κάποιον έρωτά του και, περνώντας από το κτήμα του Λυκάκη ενθουσιάστηκε, από το χαρούμενο ειρηνικό τοπίο, γοητεύτηκε από την ήρεμη καλοσύνη της Ρόης και την παντρεύτηκε- περνάει μαζί της, μια αν όχι ευτυχισμένη, τουλάχιστον ήρεμη στοργική και γαλήνια ζωή. Να όμως, που έρχεται μια μέρα καταιγίδος, καιρικής και ψυχικής. Ξαφνικά ένα απόγευμα μπόρας εμφανίζεται στον υδρόμυλο μια κομψή Αθηναία, η Σίνα, που γνώριζε τον Στέφανο και τον αγαπούσε κρυφά. Όταν έμαθε πως ο αγαπημένος της παντρεύτηκε σε μια ερημιά, νόμισε πως η γυναίκα του θα ήταν καμιά άξεστη χωριάτισσα κι αποφάσισε να αγοράσει το πλαϊνό κτήμα για να γίνει παρηγορήτριά του.

 

Γνωρίζει όμως τη Ρόη και αποφασίζει να φύγει για να μη χαλάσει την ομόνοια του ζευγαριού, μα δεν έχει τη δύναμη να κρατήσει το μυστικό της κι ομολογεί στο Στέφανο τον κρυφόν έρωτά της. Εκείνος που είχε ξαναθυμηθεί βλέποντάς την όλη την παλιά του αθηναϊκή  ζωή, βρίσκεται πάλι κάτω από τη γοητεία της. Ενώ είναι έξω πίσσα σκοτάδι και έχουν ανοιχθεί οι κρουνοί τ' ουρανού, νομίζει πως βλέπει τα ηλιοφώτιστα αθηναϊκά πεζοδρόμια και πως ακούει χαρούμενες καμπάνες να σημαίνουν μεσημέρι. Παρασυρμένος από τον ενθουσιασμό του, καθώς η Σίνα συμβολίζει γι' αυτόν την Αθήνα του, την φιλεί στο μέτωπο. Το φιλί αυτό το βλέπει η Ρόη και, όπως η γαλήνια Λεστενίτσα έχει τώρα πλημμυρίσει και μανιάζει, η καταιγίδα του μίσους ξεσπάει στην ψυχή της: «κάποιο θηρίο γεννήθηκε μέσα της που θέλει να χυμίξει και να σπαράξει μα που θα 'ναι πιο δυστυχισμένο από κείνον που θα σπαράξει».

 

«Φθάνουν πια τα λόγια» λέει θέλει έργα. «Θέλει να φέρει τον χαλασμό.» Και θυμάται τους δύο νεροφράκτες που είναι κλεισμένοι. Θα τους ανοίξει: «Να πνιγεί αυτή, ή η άλλη. Ή και οι δυο. Ας κρίνει ο Θεός».

 

Ο Στέφανος την σώζει αλλά παρασύρεται από τα μανιασμένα νερά και δεν απαντάει στις φωνές του Λυκάκη.

 

Στη δεύτερη εικόνα, είναι πρωί, αιθρία, γαλήνη. Η Λεστενίτσα σιγά, σιγά ησυχάζει. Γαληνεύει κι η Ρόη γιατί ελπίζει πως θα γυρίσει ο Στέφανος κι οι δυο μαζί, χαρούμενοι πάλι, θα γελάσουν για την υπερβολική σημασία που έδωσε σ' ένα φιλί.

 

Και σιγογελάει η Ρόη, σαν τη Λεστενίτσα που απαλά κελαρίζει απάνω στα λιθαράκια.

 

Εν  τω μεταξύ φεύγει ο Λυκάκης για να φέρει νεκρό, τον Στέφανο που τον έβγαλε πέρα κατά τη λεύκα το ποτάμι.

 

Η «Λεστενίτσα» ως μουσικόν έργον, εγράφη το 1924, επί τη ευκαιρία της προκηρύξεως του Δ' Αβερωφείου μουσικού διαγωνισμού, του Ωδείου Αθηνών, στον οποίον και εβραβεύθη το 1925. Ως φόρμα ακολουθεί τον τύπο του βεριστικού λυρικού δράματος, χωρίς όμως αυτή η φόρμα να είναι και πολύ αυστηρή. Εξ' άλλου και το εθνικιστικό στοιχείο, έκδηλο σε πολλά σημεία, δεν αποτελεί και τη μοναδική μουσική διάλεκτο του έργου, που συχνά ακολουθεί την διεθνή γλώσσα των ήχων.

 

Η «Λεστενίτσα» είναι το πρώτο καθαρώς μελοδραματικό έργο του συνθέτου, γιατί η «Κυρά Φροσύνη» του, που παίχθηκε πρώτη φορά από το «Θέατρο Ωδείου»  στας 26 Μαρτίου 1921 είναι μόνο δράμα με μουσική.

 

Έχει δε η «Λεστενίτσα» ως συνέχεια δυο ακόμη λυρικά δράματα που δεν είδαν ακόμη το φως: την «Κασσιανή» (τέσσαρες πράξεις, σε στίχους του κ. Στέλιου Σπεράντσα) και «Κρίνο στ' ακρογιάλι» (τρεις πράξεις σε στίχους ομοίως του κ. Στ. Σπεράντσα).

 

Βάκχες – του Αργύρη Κουνάδη

 

Η διάλεξη του Νίκου Τσούχλου για τις “Βάκχες” του Αργύρη Κουνάδη ήταν το λιγότερο αποκαλυπτική. Πρόκειται για αριστουργηματική – αν κρίνουμε από τα αποσπάσματα του βίντεο που είδαμε - όπερα βασισμένη στην ομώνυμη τραγωδία του Ευριπίδη, η οποία ανέβηκε στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών το 1996.

 

Η σύνθεση της όπερας ξεκίνησε το 1994 με αφορμή τη μελοποίηση των χορικών της τραγωδίας από τον Αργύρη Κουνάδη. Τον Α. Κουνάδη τον διέκρινε, όπως είπε χαρακτηριστικά ο κ. Τσούχλος, σχεδόν αλλεργική αντιπάθεια προς τον βαγκνερισμό. Έρχεται αυτό σε αντίθεση με την ένταξη στη σύνθεση της όπερας δυο εξαγγελτικών μοτίβων; Όχι, μας απάντησε ο κ. Τσούχλος, καθώς τα εξαγγελτικά μοτίβα δεν είναι αποκλειστικό χαρακτηριστικό του βαγκνερισμού.

 

Ξεχωριστά στοιχεία της όπερας αποτελούν το ζεϊμπέκικο του Πενθέα, στο σημείο που εκείνος πηγαίνει να βρει τις Βάκχες, η ανδρόγυνη μορφή του Διονύσου, καθώς και τα μέρη των χορικών που μπορούν να παραπέμψουν σε δημοτικούς χορούς και τα οποία ο Αργύρης Κουνάδης δεν άφησε ανεκμετάλλευτα. Χαρακτηριστικό επίσης της όπερας είναι ο κυκλικός χαρακτήρας του Προλόγου και του Επιλόγου, με τον δεύτερο να έχει ελάχιστες διαφορές από τον πρώτο.

 

Οι “Βάχκες” αποτελούν ένα πραγματικό αριστούργημα συγχώνευσης τραγωδίας με πολυφωνία υψιφώνων. Η σκηνή από το “Στάσιμον”, που παρακολουθήσαμε σε βίντεο κατά τη διάρκεια της διάλεξης, με την Δάφνη Ευαγγελάτου ως Αγαύη να κλαίει για τον Πενθέα, προκάλεσε  συναισθήματα ανείπωτα. Σχεδόν αυτόματα οραματίζεται κανείς το έργο αυτό να παίζεται σε ένα θέατρο όπως το Ωδείο Ηρώδου του Αττικού. Για όσους τους πέρασε από το μυαλό, ναι, δίνουμε ιδέες για καλοκαιρινές βραδιές στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών ή άλλων ανάλογων διοργανώσεων. Στην Ελλάδα δεν έχουμε πλέον ανάγκη από παγκόσμιες πρώτες, αλλά από... παγκόσμιες δεύτερες, όπως είχε πει χαρακτηριστικά ο ίδιος ο Αργύρης Κουνάδης:

 

“Μεγαλύτερη σημασία από την παγκόσμια πρώτη έχει η παγκόσμια δεύτερη.”

 

Η Φόνισσα – του Γιώργο Κουμεντάκου

 

Το Συνέδριο “Ελλάδα και Όπερα” έκλεισε με διάλεξη για την πιο πρόσφατη και εμβληματική όπερα που έχει γραφτεί στην Ελλάδα, τη “Φόνισσα” του Γιώργου Κουμεντάκου. Στη διάλεξή της, η Αγγελική Κορδέλλου μας μίλησε για το ισοκράτημα της πολυδιάστατης μουσικά όπερας, που ανήκει μάλιστα στις “τυχερές” όπερες της χώρας καθώς διαθέτει όχι μόνο παγκόσμια πρώτη αλλά και δεύτερη. Η παγκόσμια πρώτη της έγινε από την Εθνική Λυρική Σκηνή την καλλιτεχνική περίοδο 2014-2015, ενώ το δεύτερο ανέβασμά της έγινε την αμέσως επόμενη χρονιά.

 

Όπως μας εξήγησε η κ. Κορδέλλου, το ισοκράτημα της ομολογουμένως αριστουργηματικής “Φόνισσας” – το γνωρίζουν καλά όσοι/ες την έχουν παρακολουθήσει – δημιουργήθηκε με τον συνδυασμό των εξής μουσικών συστημάτων:

 

α) Βυζαντινή Εκκλησιαστική Μουσική

β) Δυτική Μουσική Αρμονία

γ) Ελληνική Δημοτική Μουσική

δ) Μεσογειακή Βαλκανική Παραδοσιακή Μουσική

 

Η “Φόνισσα” αποτελεί τον απόλυτο ευνοϊκό οιωνό για την λυρική μουσική και όπερα στην Ελλάδα, καθώς μουσικά συστήματα που θεωρούνταν ασυμβίβαστα είτε λόγω της δυσκολίας τους να συνδυαστούν είτε λόγω της άρνησης για κάτι τέτοιο εκ μέρους των συνθετών, πλέον συνδυάζονται αβίαστα και δημιουργούν πραγματικά αριστουργήματα όχι μόνο της ελληνικής αλλά της διεθνούς λυρικής σκηνής.

 

Κλείνοντας το Συνέδριο αλλά και τις 12ες Ελληνικές Μουσικές Γιορτές στο σύνολό τους, ο διοργανωτής τους, Βύρων Φιδετζής, ανέφερε πως το σύνολο της παραγωγής λυρικών μουσικών έργων στην Ελλάδα δεν μπορεί να απορροφηθεί από ένα και μόνο θεσμικό θέατρο, αυτό της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Συμπλήρωσε πως είναι άμεση ανάγκη να προχωρήσει το λυρικό θέατρο της Θεσσαλονίκης, ενώ όσον αφορά τις οικονομικές δυσκολίες τόνισε πως δεν αποτελούν δικαιολογία καθώς η Εθνική Λυρική Σκηνή ιδρύθηκε το 1944, αμέσως δηλαδή μετά τη Γερμανική Κατοχή. Προέτρεψε όλους και όλες να ανακαλύπτουν συνεχώς την λυρική μουσική παράδοση της Ελλάδας με απώτερο σκοπό να την περνούν στους επόμενους. Οι τσακωμοί, μάλιστα, ένα δείγμα των οποίων αναφέραμε, είπε πως έχουν και κάτι το χαριτωμένο. Αν συνδυάσουμε την οπτική αυτή γωνία του Βύρωνα Φιδετζή με το δίδαγμα των λαθών του παρελθόντος, μπορούμε να οδηγηθούμε σε εξαιρετικά αποτελέσματα.

 

Παραπομπές

 

[1] Χ. Κουτρουμάνου, «Οι Δαιμονισμένοι, του Χάρη Βρόντου», Οι ελληνικές όπερες και οπερέττες στην Εθνική Λυρική Σκηνή, ερευνητική ακαδημαϊκή εργασία, Πανεπιστήμιο Κρήτης, Ρέθυμνο, 2015, σσ. 272-281.

 

[2] Χ. Κουτρουμάνου, «Απιστία ή Το Χάρτινο Φεγγάρι, του Φίλιππου Τσαλαχούρη», Οι ελληνικές όπερες και οπερέττες στην Εθνική Λυρική Σκηνή, ερευνητική ακαδημαϊκή εργασία, Πανεπιστήμιο Κρήτης, Ρέθυμνο, 2015, σσ. 345-347.

 

[3] Χ. Κουτρουμάνου, «Παραστασιογραφία», Οι ελληνικές όπερες και οπερέττες στην Εθνική Λυρική Σκηνή, ερευνητική ακαδημαϊκή εργασία, Πανεπιστήμιο Κρήτης, Ρέθυμνο, 2015, σ. 412.

 

[4] Χ. Κουτρουμάνου, «Παραστασιογραφία», Οι ελληνικές όπερες και οπερέττες στην Εθνική Λυρική Σκηνή, ερευνητική ακαδημαϊκή εργασία, Πανεπιστήμιο Κρήτης, Ρέθυμνο, 2015, σ. 412.

 

[5] Χ. Κουτρουμάνου, «Παραστασιογραφία», Οι ελληνικές όπερες και οπερέττες στην Εθνική Λυρική Σκηνή, ερευνητική ακαδημαϊκή εργασία, Πανεπιστήμιο Κρήτης, Ρέθυμνο, 2015, σ. 412.

 

[6]  Γ. Σκλάβος, «ΣΠΥΡΟΣ ΣΑΜΑΡΑΣ», Η Μάρτυς, έντυπο πρόγραμμα καλλιτεχνικής περιόδου 1962-1963, Ιστορικό Αρχείο Ε.Λ.Σ.

 

[7] Λεστενίτσα - Παληάτσοι, έντυπο πρόγραμμα καλλιτεχνικής περιόδου 1946-1947/1947-1948, Ιστορικό Αρχείο Ε.Λ.Σ.

 

 

Vulva: Το περιοδικό σε ΜΙΑ σελίδα. Η σύγχρονη ελληνική δημιουργία

σε μόδα, φωτογραφία, θέατρο, μουσική, αρθρογραφία, ρεπορτάζ δρόμου.

....................................................................................................................................................................................

Vulva: The magazine in ONE page. Contemporary hellenic creation

in fashion, photography, theatre, music, design, articles, street reportage.